Το 2015 , οι παγκόσμιοι ηγέτες ενέκριναν ομόφωνα την Ατζέντα 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη.

Οι στόχοι για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη είναι το μονοπάτι που μας οδηγεί σε ένα κόσμο δικαιότερο, πιο ειρηνικό και ευημερούντα, και σε έναν υγιή πλανήτη. Είναι επίσης μια πρόσκληση για αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο καθήκον από το να επενδύσουμε στην ευημερία των νέων. Ο ΓΓ του ΟΗΕ, είναι αποφασισμένος να διασφαλίσει πως ένας αποτελεσματικός και μεταρρυθμισμένος ΟΗΕ θα καταφέρει να επιτρέψει στους ανθρώπους παντού, του σήμερα και του αύριο, να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους και να υλοποιήσουν τις προσδοκίες τους.

Οι Στόχοι για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη είναι το μονοπάτι που μας οδηγεί σε ένα κόσμο δικαιότερο, πιο ειρηνικό και ευημερούντα, και σε έναν υγιή πλανήτη. Είναι επίσης μια πρόσκληση για αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο καθήκον από το να επενδύσουμε στην ευημερία των νέων."

Οι Στόχοι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (2016-2030) είναι οι παρακάτω:


Στόχος 1: Μηδενική Φτώχεια - Δίνουμε τέλος σε όλες τις μορφές της φτώχειας, παντού
Στόχος 2: Μηδενική Πείνα - Δίνουμε τέλος στην πείνα, πετυχαίνουμε την επισιτιστική ασφάλεια, βελτιώνουμε τη διατροφή και τη βιώσιμη γεωργία
Στόχος 3: Καλή Υγεία και Ευημερία - Διασφαλίζουμε μία ζωή με υγεία και προάγουμε την ευημερία για όλους, σε όλες τις ηλικίες
Στόχος 4: Ποιοτική Εκπαίδευση - Διασφαλίζουμε την ελεύθερη, ισότιμη και ποιοτική εκπαίδευση προάγοντας τις ευκαιρίες για δια βίου μάθηση
Στόχος 5: Ισότητα των Φύλων - Επιτυγχάνουμε την ισότητα των φύλων και την χειραφέτηση όλων των γυναικών και των κοριτσιών Στόχος 6: Καθαρό Νερό και Αποχέτευση - Διασφαλίζουμε τη διαθεσιμότητα και τη βιώσιμη διαχείριση του νερού και των εγκαταστάσεων υγιεινής για όλους
Στόχος 7: Φτηνή και Καθαρή Ενέργεια - Διασφαλίζουμε την πρόσβαση σε οικονομική,αξιόπιστη, βιώσιμη και σύγχρονη ενέργεια για όλους
Στόχος 8: Αξιοπρεπής Εργασία και Οικονομική Ανάπτυξη - Προάγουμε τη διαρκή, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς οικονομική ανάπτυξη και την πλήρη και παραγωγική απασχόληση και αξιοπρεπή εργασία για όλους
Στόχος 9: Βιομηχανία, Καινοτομία και Υποδομές - Οικοδομούμε ανθεκτικές υποδομές, προάγουμε την ανοιχτή και βιώσιμη βιομηχανοποίηση και ενθαρρύνουμε την καινοτομία
Στόχος 10: Λιγότερες Ανισότητες - Μειώνουμε την ανισότητα εντός και μεταξύ των χωρών
Στόχος 11: Βιώσιμες Πόλεις και Κοινότητες - Δημιουργούμε ασφαλείς, προσαρμοστικές βιώσιμες πόλεις και ανθρώπινους οικισμούς, χωρίς αποκλεισμούς
Στόχος 12: Υπεύθυνη Κατανάλωση και Παραγωγή - Διασφαλίζουμε τη βιώσιμη κατανάλωση και μεθόδους παραγωγής
Στόχος 13: Δράση για το Κλίμα - Αναλαμβάνουμε άμεση δράση για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και των συνεπειών της
Στόχος 14: Ζωή στο Νερό - Προστατεύουμε και χρησιμοποιούμε με βιώσιμο τρόπο τους ωκεανούς, τις θάλασσες και τους θαλάσσιους πόρους για βιώσιμη ανάπτυξη
Στόχος 15: Ζωή στη Στεριά - Προωθούμε τη βιώσιμη χρήση των χερσαίων οικοσυστημάτων και δασών, καταπολεμούμε την ερημοποίηση, αναστρέφουμε την υποβάθμιση του εδάφους και της βιοποικιλότητας
Στόχος 16: Ειρήνη, Δικαιοσύνη και Ισχυροί Θεσμοί - Προάγουμε τις ειρηνικές και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνίες, παρέχουμε πρόσβαση στη δικαιοσύνη για όλους και οικοδομούμε αποτελεσματικούς θεσμούς σε όλα τα επίπεδα
Στόχος 17: Συνεργασία για τους Στόχους - Ενισχύουμε τα μέσα εφαρμογής και ανανεώνουμε την Παγκόσμια Συνεργασία για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη

Στην παρακάτω ιστοσελίδα του ΟΗΕ, μπορείτε να δείτε την πλήρη περιγραφή καθώς και οδηγίες για όλους τους στόχους: 

Κατεβάστε εδώ την ΕΚΘΕΣΗ της ΕΕ, σχετικά με την υλοποίηση και την επίτευξη των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης, 5.6.2023

 We cannot always prevent the murder of workers in an orchard or sleeping families, but we can set a high price for our blood. A price too high for the Arab settlement, the Arab army and the Arab government to pay. … [Retaliation operations] are not for vengeance. It is an act of punishment and warning, that if that state does not control its population and does not prevent them attacking us – the Israeli forces will cause havoc in its land.

  • IDF Chief of Staff Moshe Dayan, Lecture to IDF officers: “Retaliation Operations as a Means of Ensuring Peace”, July 1955 (Published in IDF monthly journal Skira Hodsheet, August 1955)

WHAT HAPPENED?

The Hamas offensive began shortly before 06:29 on October 7, 2023. By 10:00 IDF radars had detected approximately 2,200 rocket launches at dozens of Israeli cities, towns and villages between Gaza and the Tel-Aviv-Jerusalem-Beersheva line. During the day, Hamas and the other Palestinian militias fired many hundreds more; the exact number has not yet been reported.

The firing was conducted in salvos with multiple launchers in an attempt to penetrate the Iron Dome defense system. Many rockets landed in open areas, but even assuming a 95% success rate (the highest Iron Dome has ever achieved), that still means dozens of rockets that managed to hit inside Israeli cities, towns and villages. The number of fatalities and wounded is not very high relative to the size of the bombardment solely because of Iron Dome and the early-warning system that enabled most Israeli civilians to reach bomb shelters in time.

Simultaneously with the beginning of the rocket bombardment, Hamas troops began crossing the border into Israel at variety of locations. The majority had approached the border in tunnels, climbed out just before the underground wall built by Israel, and then, using explosives, broke through the above-ground obstacle of a steel-rod fence and advanced into Israel. Observation cameras monitoring the fence were shot up with small arms and RPG rockets. One group attacked and captured the civilian crossing into Israel at Erez where 20,000 Palestinian civilians cross daily into Israel to work and where hundreds of trucks transit with goods. A small group crossed the border using paragliders (parachutes with small propeller engines) and a final group attacked from the sea, landing on an Israeli beach. (Of this group only a few got through; most were intercepted by Israeli navy patrol boats and strike-drones).

All together, within the first couple of hours, more than 1,000 Hamas troops crossed the border into Israel in approximately 15 to 30 locations (different sources have provided different numbers) and then fanned out in groups to attack Israeli civilians and military positions. They entered two Israeli towns and 12 villages (at least), driving through the streets shooting at passersby and breaking into houses to kill the residents. In three locations they captured buildings and held the occupants as hostages. The biggest such case included 50 people of all ages at Kibbutz Be’eri who were herded into the communal dining room.

One group reached a large nature-party (like a rave party but held outdoors in nature) where approximately 3,000 young Israelis, mostly in their twenties, had gathered to dance. They attacked them with grenades and assault rifles, then chased the fleeing group, hunting down people who had sought to hide in the low brush. This is probably the location where the largest number of casualties was inflicted. The IDF and police units reaching this area have spent the past two days fighting off remaining teams of terrorists and collecting survivors and bodies.

One large and a few small IDF bases along the border were also attacked in the first rush, pinning down the outnumbered troops at those locations to fight for survival rather than assist the civilians who were simultaneously under attack.

The first responders in the civilian residential areas were local response teams of IDF reservists living in the villages (usually 10 to 20 people per village). They grabbed their weapons and ran out to face the attackers together with a few on-duty policemen in the towns. Here and there, Israelis with private weapons (pistols) also attempted to face the Hamas teams, who were armed with assault rifles.

The IDF units in the area were initially busy trying to fend off the surprise assault, so the first organized IDF response took a few hours as units located in other areas of Israel were rushed to the Gaza border. On arrival, they began trying to understand what was happening and determining how to allocate themselves to deal with the situation, including formulating a means of protecting villages not yet attacked in the initial strike. They began gradually counterattacking inside the villages captured by Hamas forces, combing the areas to find and kill the terrorists. Once a Hamas force was deemed destroyed, the IDF units evacuated Israeli residents who had locked themselves inside their homes during the onslaught. They also surrounded Hamas teams holding hostages.

The IDF units have been going through residential areas house by house, room by room, searching for terrorists to kill or capture and collecting Israeli survivors and bodies. The evacuated residents are being sent north to central Israel where they are being hosted by kibbutzim (communal villages), public facilities (converted schools), and private citizens who are donating rooms in their homes. Other units combed the areas between the villages to search for scattered civilians – especially from the nature-party – and other Hamas teams that might be hiding there waiting for an opportunity to strike when things seemed to calm down.

All the hostages held in Israeli territory have been rescued, but approximately 130 Israelis (the figure claimed by a Hamas spokesperson), including civilians both male and female, the elderly, young children, and soldiers were kidnapped and taken into Gaza. Hamas claims it has placed them in underground installations.

By the early afternoon of October 8, the number of confirmed Israeli casualties had reached at least 700 killed (some expect it to rise to over 1,000) and 2,240 wounded (some with grave injuries, so they might yet die) who have reached hospitals. There are at least another 700 Israeli citizens whose names are known but who are unaccounted for (some might be dead and not yet discovered; others might be among the kidnapped; others might still be in hiding somewhere and out of touch). There are probably more missing whose names are not yet known.

Hamas casualties are currently estimated to be at least 400 killed and almost 2,000 wounded. These figures include those hit inside Israel and those hit in Israeli counterstrikes in Gaza. Dozens more have been captured. Since these numbers were declared, there have been numerous skirmishes as IDF troops continue to comb the residential and open areas to a distance of several kilometers from the border with Gaza.

In an amphibious raid into Gaza, Israeli naval commandos captured a senior commander of the Hamas naval commando force.

The Israeli government has declared war and ordered the IDF to conduct a mass mobilization of reserves. It also ordered the beginning of an aerial offensive response on Hamas targets in Gaza. The initial strikes were delayed to allow Palestinian civilians living in the buildings and vicinity to evacuate as urged by the IDF using various means of communication – radio, telephone calls, etc.

By the evening of October 8, it was reported that about 75,000 Gaza residents had relocated to designated safe areas, clearing the declared areas for free action by the IDF. In the late evening of that night, the Israeli air force struck approximately 800 targets in Gaza and the navy struck some more. They included residential buildings used by Hamas for hiding command posts, combat positions and storage sites, two banks, numerous weapons storage sites, and some launchers of Hamas and other armed groups. In addition, Hamas troops moving to and from the border, between combat positions and launch sites, etc., were detected by surveillance drones and attacked.

The mobilization of reserves is not only for Gaza. Some IDF units are heading to the border with Lebanon in case Hezbollah decides to join the war; others are reinforcing the forces in Judea and Samaria or replacing regular units being sent to Gaza. Residents in some of the Israeli villages along the Lebanese border are being evacuated.

 OTHER EVENTS

Shortly after 07:00 on October 8, Hezbollah fired a number of mortar bombs at an Israeli strongpoint on the border with Lebanon. The IDF returned fire with artillery. At time of writing, it is not clear whether this exchange was a harbinger for an escalation or an isolated incident.

In Egypt, an Egyptian policeman opened fire on a bus of Israeli tourists, killing two and wounding a few more. He also killed an Egyptian.

In east Jerusalem Arab residents began rioting. There have also been sporadic attacks throughout Judea and Samaria.

WHY NOW?

The answer to this question is not clear.

Several excuses were quickly published – such as the fact that Jews were allowed to pray on the Temple Mount, which Hamas sees as an infringement of an exclusive Muslim privilege. But only two days passed from that event till the attack. The extent and level of organization of this offensive prove that it had been planned and prepared for a far longer period of time.

Some believe Hamas felt it had to pressure Israel to improve the dire economic situation in Gaza. However, Israel has been acting to improve Gaza’s economic situation (including allowing 20,000 Gazans to cross the border every day to work in Israel). This attack will worsen Gazans’ economic situation, not help it. So this too is not a feasible argument.

Another theory is that this action was fomented by Iran. Hamas and Hezbollah officials have stated that Iran backed it, assisted in the planning, and approved the offensive. They have no particular reason to lie about this, though crediting Iran could be a ploy of psychological warfare – enhancing Iran’s image as a Middle Eastern power to be feared by its enemies.

Iran’s envoy to the UN has denied Iranian involvement. However, Iran’s backing, physical support in funds and weapons, and urging have been documented behind the surge in terror attacks in and emanating from Judea and Samaria over the past two years. In 2019 there were 1,346 terror attacks against Israelis in or emanating from Judea and Samaria; in 2020 there were 1,320. In 2021, the number leaped to 2,135 and in 2022 increased again, to 2,613. From January to August 2023 there were 1,502 attacks against Israelis. Though there were several intense cycles of fighting on the Gaza border during the same period, most of the time that border was almost quiet.

There is some logic to possible Iranian involvement in the current attack. Iran is deeply displeased with the progress in discussions on an agreement between Israel and Saudi Arabia – an agreement initiated very much as a treaty of cooperation against the common Iranian threat. Just last week, Khamenei, Iran’s Supreme Leader, stated that Saudi Arabia is “betting on a losing horse”. The theory goes that the current attack was to prove Israel’s weakness and give the Saudis second thoughts.

However, there is a weakness to this theory. A combined attack with Hezbollah would seem to have been a better way of proving Israel’s limitations. A Hezbollah offensive could yet be in the offing, but Israel is now more awake to the possibility and is preparing for it. Logic seems to dictate that a simultaneous offensive (like the simultaneous Egyptian-Syrian offensive in 1973) would have been a better course of action. There could, of course, be reasons why Iran might prefer a disjointed offensive – to pull the IDF into Gaza and then attack from Lebanon while it is being taxed in the south, for example. Or there might have been problems of coordination.

To sum it up – we do not yet know.

WHY THE HAMAS SUCCESS?

This is an issue that will require a very intensive inquiry after the war.

The supreme source of the failure is totally that of the intelligence services, which had concluded that Hamas was more interested in the economic well-being of its population than in furthering its ideological agenda by initiating a war that would damage that population’s well-being. In line with this supposition, the government made various decisions to help the Gazan economy. But more importantly, the IDF assumed that the current scenario was simply not on the table and convinced the government that that was the case. How Hamas managed to plan, organize, and assemble its forces without Israeli intelligence services discovering it will need a very deep analysis once the war is over.

While the details differ and will only come to light in an inquiry, in principle, this is the 1973 fiasco all over again.

The second failure is a long-term one, and not just a failure of this government but of Israeli society in general and IDF senior commanders over the past 20 years. It stems from the insufficient manpower available on a routine basis to man the IDF’s missions. This has always been a problem and has objective roots in the size of our population, the percentage of budget Israel can allocate to defense, and the extent of damage to the economy that is created by mobilizing reserves.

But this problem has been exacerbated by a 25-year shift in strategy concocted at the IDF’s most senior levels, based on new Western concepts of what wars are and how they are conducted. The result was a deliberate reduction in size of IDF reserves in general and the number of days per year that they serve. This created a built-in shortage of available troops per mission the IDF is required to conduct.

This shortage was dealt with by constantly shifting troops and taking risks in areas considered less imminently threatening. The recent need to reinforce IDF units in Judea and Samaria due to the escalation of attacks there caused the IDF to reduce its forces along the Gaza border – and why not, since IDF intelligence assessed that Hamas was not going to conduct a major offensive in the foreseeable future (see intelligence analysis above).

Text from the interrogation of a Hamas terrorist captured by the IDF has been published, and it illustrates the extent of the complete failure of Israel’s intelligence services. According to him:

  • Hamas had been preparing this attack for more than a year.
  • Hamas was encouraged by the political demonstrations in Israel, seeing them as a sign of Israeli weakness.
  • The past weeks’ riots conducted by Hamas were a deception to enable them to prepare their attack and hide the preparations.
  • The attack force included 1,000 men who broke through the border fence at 15 locations (as noted above, other sources claim more locations).
  • This terrorist and his unit were surprised that the IDF was not waiting for them. They operated inside Israel for about five hours before they met armed resistance.

WHAT NEXT?

At time of writing (early afternoon on October 8), a few active terrorists remain inside Israel. The IDF is still busy clearing its territory of remnants of these Hamas teams. The question is, what comes afterwards?

I am not privy to the decisions of the rival leaders, so my answer to this question must be regarded as conjecture.

Hamas is understandably overjoyed at its success, which is the worst defeat inflicted on Israel since October 6, 1973.

The quote from Moshe Dayan at the beginning of this article, stated nearly 70 years ago, encapsulates Israel’s situation and the necessary strategy it must implement, albeit adapted to today’s conditions. It is not a foolproof strategy or an easy one to implement successfully, but it is probably the only one that has the potential, if successful, of ensuring a better situation in future. What it cannot achieve, just as it did not achieve it when implemented by Dayan himself and his successors, is eternal peace. Better vigilance and better preparation for future threats will have to be implemented too.

The Israeli government has declared its intention to conduct a major counter-offensive on Hamas in Gaza, the objective of which is to inflict mass casualties and destruction to the Hamas organization, personnel and equipment. But it has not indicated the methods or timeline (other than to say it will be a long war).

Experience has shown that a purely aerial offensive, as conducted in the past, even if significantly intensified, cannot achieve this objective. So it appears that a ground offensive will be conducted sooner or later, even if at first there is a prolonged aerial offensive to prepare the way. This will require preparation and will bring IDF units into dense urban terrain that favors the Hamas defenders who have considerably fortified it and trained in it. It therefore risks suffering heavy IDF casualties. It also risks inflicting major casualties to Palestinian civilians and prompting severe criticism by Israel’s only major international supporter, the US.

It will also take a long time to complete, and international support is unlikely to last very long. During Operation Defensive Shield in 2002, after a month in which 135 Israelis were killed in terrorist attacks, the US government initially accepted Israel’s need to conduct the operation and then demanded that it halt it midway. Another example occurred during the 2014 war with Gaza, when the US government and Europe tried to force Israeli concessions to Hamas. They were blocked by Egypt, which controls one of the borders of Gaza and views Hamas as a hostile ally of the Egyptian Muslim Brotherhood. Obama went so far as to deny Israel replenishment of a key armament item it had requested. After the public calls of commiseration have subsided, it is an open question how the US and Europe will actually act. As of right now, the US government is stating full support for Israel.

Furthermore, the longer the IDF is busy fighting in Gaza, the less it will be prepared for fighting on the Lebanese and Syrian fronts, having lost personnel both killed and wounded and used up stocks of supplies and funds for purchasing more. Thus the risk of another front opening up grows over time.

The final question that must be answered is this. Even if the Israeli counter-offensive is completely and rapidly successful, what then? Hamas rules Gaza because the majority of the population believes in its agenda. In the last democratic election to the Palestinian Authority parliament in January 2006, Hamas won the majority of seats. That is why Mahmoud Abbas, President of the Palestinian Authority, has consistently refused to conduct elections ever since. He is fully aware, and this is backed by the polls, that Hamas would gain an even higher proportion of seats. So if Hamas is thrown out of power in Gaza, who will replace it? Will the IDF have to stay there and conduct a non-stop counter-guerrilla campaign while attempting to provide administrative services to the population? That is the last thing Israel wants. The alternative is to withdraw and let the various factions fight each other for control. But given what is known about the opinions of the Palestinian populace, either Hamas will recover its organization and position or its only strong rival, the even more extreme Palestinian Islamic Jihad, might.

These are the questions Israel’s government and military must answer to achieve a better situation at the end of this catastrophic debacle.

 

Dr. Eado Hecht, a senior research fellow at the BESA Center, is a military analyst focusing mainly on the relationship between military theory, military doctrine, and military practice. He teaches courses on military theory and military history at Bar-Ilan University, Haifa University, and Reichman University and in a variety of courses in the Israel Defense Forces.

 Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας η Αίγυπτος αποτέλεσε μία εκ των χωρών που συνταράχθηκε από τις «Αραβικές Εξεγέρσεις». Ως ακόλουθο γεγονός της εξέγερσης στην Τυνησία, στις 25 Ιανουαρίου του 2011 ξεκινούν στο Κάιρο αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Η κινητοποίηση των πολιτών αποτέλεσε την κατάληξη μακροχρόνιων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών αιτιών. Οι οικονομικοί παράγοντες αντικατοπτρίζονται και αλληλεπιδρούν με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς. Οι άσχημες οικονομικές συνθήκες στην Αίγυπτο επιτάχυναν και τις διαδικασίες στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Η έλλειψη δημοκρατικών διαδικασιών σταδιακά δημιούργησε τις συνθήκες για να αρθρωθούν αιτήματα για την ανάγκη πολιτικής μετάβασης και την εγκαθίδρυση ενός λιγότερου αυταρχικού καθεστώτος.

Η σημαντικότερη όμως συνέπεια της αιγυπτιακής πτυχής του φαινόμενου των «αραβικών εξεγέρσεων» καταδείχθηκε πως ήταν ο «εύθραυστος» χαρακτήρας των πολιτικών και κοινωνικών δομών της χώρας. Η άσχημη οικονομική κατάσταση και η αστάθεια, μετά την ανατροπή του Χόσνι Μουμπάρκ, (Hosni Mubarak) ενίσχυσε τα κοινωνικά και πολιτικά ερείσματα της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας». Στις εκλογές της 30ης Ιουνίου του 2012 εξελέγη Πρόεδρος της Αιγύπτου ο Μοχάμεντ Μόρσι (Mohamed Morsi) προερχόμενος και υποστηριζόμενος από τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους»˙ τυπικά κατήλθε στην εκλογική αναμέτρηση ως υποψήφιος του «Κόμματος Ελευθερίας και Δικαιοσύνης».

Οι σαθρές οικονομικές δομές της αιγυπτιακής οικονομίας, απόρροια της τριακονταετούς διακυβέρνησης του Χόσνι Μουμπάρακ, με τον έντονα κρατικιστικό χαρακτήρα, υπέσκαψε την προσπάθεια δυναμικής ενσωμάτωσης της αιγυπτιακής οικονομίας στο διεθνοποιημένο οικονομικό σύστημα. Η οικονομική δυσπραγία εξακολουθεί να διασαλεύει την σταθερότητα της χώρας, την απρόσκοπτη καθεστωτική της μετάβαση και την σταθερή διεθνοπολιτική της πορεία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, τα ευρωπαϊκά κράτη και το Ισραήλ, εκλαμβάνουν την ομαλή πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση της Αιγύπτου ως την ασφαλιστική δικλείδα, για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να εκμεταλλευτούν εκ νέου την κοινωνική δυσαρέσκεια και ένα ενδεχόμενο κενό εξουσίας μη-αρεστά «εξτρεμιστικά στοιχεία». Όπως αποδείχθηκε η οικονομική σταθερότητα στην Αίγυπτο αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ για την συνέχιση της πολιτικής μετάβασης και κυρίως την φιλοδυτική της εξωτερική πολιτική, πτυχή της οποίας αποτελεί και η διευρυμένη συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Τον Δεκεμβρίου του 2022 ο Πρόεδρος της Αίγυπτου Αλ Σίσι υπέγραψε διάταγμα με το οποίο καθορίζονται μονομερώς τα θαλάσσια σύνορα της χώρας του με τη Λιβύη. Με την εν λόγω ενέργεια η Αίγυπτος κατέδειξε την αντίθεσή της με την τουρκική αυθαιρεσία επιβολής της «Γαλάζιας Πατρίδας», στην νοτιοδυτική της πτυχή. Επίσης, παρωθεί την Λιβύη να εγκαταλείψει την παράνομη συμφωνία με την Τουρκία και να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Αίγυπτο αλλά και την Ελλάδα για την οριοθέτηση των θαλασσίων τους συνόρων. Γενικότερα, η συγκεκριμένη απόφαση μας παρέχει μία ξεκάθαρη εικόνα σχετικά με τον τρόπο που η Αίγυπτος αντιλαμβάνεται την οριοθέτηση των περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στην Αν. Μεσόγειο.

Η προγενέστερη οριοθέτηση της Αιγύπτου με την Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με την αρχή της μέσης γραμμής, η προ τριετίας μερική οριοθέτηση με την Ελλάδα όπως και η πρόσφατη μονομερής απόφασή της για την Λιβύη καταδεικνύουν την αιγυπτιακή βούληση να καταστεί το Κάιρο ρυθμιστής των εξελίξεων. Αναμφίβολα η αιγυπτιακή κίνηση σκοπό έχει να αποτρέψει τους τουρκικούς σχεδιασμούς δυτικά, όχι όμως στο σύνολό τους, γεγονός που διεφάνη με την έως σήμερα απροθυμία της για πλήρη οριοθέτηση με την Ελλάδα ή την προσφυγή σε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, Χάγη ή Αμβούργο.

Οι πολύ-επίπεδες σχέσεις Ελλάδος - Κύπρου - Αιγύπτου είναι αναμφίβολα προς την σωστή κατεύθυνση, η εξελικτική τους δυναμική θα κριθεί όμως από την αξιοπιστία των μερών να ελέγξουν κατά προτεραιότητα τον τουρκικό αναθεωρητισμό.

Η πρόσφατη ελληνική απόφαση να επανεκκινήσει τον ελληνοτουρκικό διάλογο, δίχως προηγουμένως η Τουρκία να έχει αλλάξει ούτε κατά κεραία τους αναθεωρητικούς της στόχους –παρά μόνο στο επίπεδο της καθημερινής υπόμνησής τους μέσω της στρατιωτικής δραστηριότητας– θέτει εκ των πραγμάτων εύλογα ερωτήματα για την Αίγυπτο σχετικά με την στρατηγική αξιοπιστία της Ελλάδας.

Αν το Κάιρο θεωρήσει ότι η Αθήνα είναι έτοιμη να αποδεχθεί μέρος των τουρκικών αξιώσεων στην Ανατολική Μεσόγειο το στρατηγικά αναμενόμενο είναι η Αίγυπτος να προσεγγίσει την Τουρκία για να αποκομίσει μεγαλύτερα οφέλη.

The Weather of Summer 2023 Was the Most Extreme Yet

Even compared to the intensifying severe-weather events of recent years, this season was exceptional, marked by historic heat, wildfires, and storms.

The deadliest U.S. wildfire in more than a century scorched Lahaina, Hawaii.

In Libya, torrential rains fell in volumes rarely seen, leading to devastating floods that destroyed a quarter of the city of Derna.

Extreme heat struck Europe, where several countries shattered temperature records

PDF

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
ΑΝΑΛΥΣΗ 
Ιστορικό υπόβαθρο 
Δολοφονία Tellini και κατάληψη της Κέρκυρας 
Γαλλική υψηλή στρατηγική 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η ελληνοϊταλική κρίση του 1923 προέκυψε στις 27 Αυγούστου, ύστερα από την δολοφονία από αγνώστους σε ελληνικό έδαφος, του Στρατηγού Enrico Tellini και των λοιπών μελών της ιταλικής αντιπροσωπείας που συμμετείχαν στη Διεθνή Επιτροπή για τη διαχάραξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου και κορυφώθηκε με την ιταλική κατάληψη της Κέρκυρας στις 31 Αυγούστου, η οποία τερματίστηκε στις 27 Σεπτεμβρίου.
Η εν λόγω κρίση δεν είναι γνωστή στο ευρύ κοινό αν και αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο τεστ της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ), θέτοντας σε διακινδύνευση την διεθνή ειρήνη και την αξιοπιστία των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.
 
Ταυτόχρονα σηματοδότησε το έναυσμα της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής του Benito Mussolini, ο οποίος έχοντας ανέλθει στην εξουσία στα τέλη του 1922, ανέμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να την παρουσιάσει τόσο στη διεθνή κοινότητα όσο και στο ιταλικό κοινό. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η παρουσίαση των γεγονότων που οδήγησαν στην ελληνοϊταλική κρίση του 1923 και η εξέταση της γαλλικής υψηλής στρατηγικής στο πλαίσιο αυτής, καθώς μπορεί η Ιταλία να κλιμάκωσε την κρίση, η Γαλλία όμως έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στην έκβασή της.

ΑΝΑΛΥΣΗ
Ιστορικό υπόβαθρο
Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τόσο την Ελλάδα όσο και την Ιταλία στο στρατόπεδο των νικητών, αλλά οι συνθήκες που είχε διαμορφώσει ο πόλεμος θα ταλάνιζαν για πολλά χρόνια τον ευρωπαϊκό χώρο. Στην Ελλάδα, η άδοξη κατάληξη της Μικρασιατικής εκστρατείας επέφερε το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, η οποία επί έναν αιώνα περίπου υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ο αλυτρωτισμός πέρασε πλέον στα χέρια ιδιωτικών οργανώσεων, οι οποίες συντηρούσαν ζητήματα των αλύτρωτων περιοχών, με το επίσημο κράτος να δείχνει ανοχή αλλά όχι ενεργή συμμετοχή. Πλέον το δόγμα της Ελλάδας περιστρεφόταν γύρω από την διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος. Ταυτόχρονα η εσωτερική κατάσταση χαρακτηριζόταν από πολιτική αστάθεια και κοινωνικές εντάσεις. Η εξουσία πέρασε στα χέρια μιας «επαναστατικής» κυβέρνησης υπό τον Συνταγματάρχη Στυλιανό Γονατά το φθινόπωρο του 1922, οι έριδες μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών ήταν σε έξαρση, ενώ την ίδια στιγμή η χώρα είχε να αντιμετωπίσει το φλέγον ζήτημα των προσφύγων.

Η εσωτερική κατάσταση της Ιταλίας την επαύριον του πολέμου υπήρξε εξίσου ταραχώδης. Τα εδαφικά κέρδη που αποκόμισε η Ιταλία θεωρήθηκαν ανεπαρκή για τις θυσίες της και επέτειναν ένα αίσθημα ανικανοποίητου εθνικισμού που είχε ως στόχο την οικοδόμηση μιας αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα ο πληθωρισμός, ο κορεσμός της αγοράς εργασίας, η αποδιοργάνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας συνεπεία απεργιών και της έλλειψης πρόσβασης σε ξένες αγορές και η άνοδος του ριζοσπαστισμού, οδήγησαν σε ισχυρή αμφισβήτηση του ιταλικού πολιτικού σκηνικού και τελικά έδωσε την ευκαιρία στον Mussolini να ανέλθει στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1922, επιβάλλοντας φασιστικό καθεστώς.

Δολοφονία Tellini και κατάληψη της Κέρκυρας
Από το καλοκαίρι του 1923 ο Moussolini υιοθέτησε μια επιθετική εξωτερική πολιτική ξεκινώντας με την κατάληψη της Κέρκυρας. Οι βλέψεις εναντίον ελληνικών εδαφών δεν ήταν κάτι καινούργιο αλλά είχαν εκδηλωθεί από την ίδρυση του ιταλικού κράτους. Την πρόφαση για την προσχεδιασμένη κατάληψη του νησιού αποτέλεσε η δολοφονία του Ιταλού Στρατηγού Enrico Tellini και τεσσάρων μελών της ιταλικής αντιπροσωπείας που συμμετείχε μαζί με την αντίστοιχη ελληνική και αλβανική, στη Διεθνή Επιτροπή για τη χάραξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Στις 27 Αυγούστου οι αντιπροσωπείες θα πραγματοποιούσαν αναγνώριση στην κοιλάδα του Δρίνου, έχοντας ορίσει ως τόπο συνάντησης το ελληνικό φυλάκιο της Κακαβιάς στις 09:00. Κατά τη μετάβαση της ιταλικής αντιπροσωπείας και καθώς εκινείτο επί του δρόμου Ιωαννίνων – Κακαβιάς έπεσε σε ενέδρα πλησίον των συνόρων, με αποτέλεσμα τη δολοφονία όλων των μελών της. , Αν και η δολοφονία έγινε από αγνώστους, η Ιταλία έσπευσε να κατηγορήσει την Ελλάδα και αφού απέτυχε να αποσπάσει έγκριση από Βρετανία και Γαλλία για κάθε πιθανή ιταλική απάντηση, απέστειλε προς αυτή στις 29 Αυγούστου, μία ρηματική διακοίνωση υπό μορφή 24ωρου τελεσιγράφου, που ανέσυρε μνήμες του τελεσιγράφου της Αυστροουγγαρίας προς τη Σερβία το 1914. Αξίζει να τονιστεί ότι σύμφωνα με αρκετές πηγές οι δράστες ήταν Αλβανοί, ενώ σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς όπως ο Alan Cassels και ο James Barros, ο Mussolini συγκαταλέγεται μεταξύ των υπόπτων που κρύβονταν πίσω από το περιστατικό.

Η διακοίνωση της Ιταλίας περιείχε ιδιαιτέρως σκληρούς όρους, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις περί ελληνικής υπαιτιότητας. Πιο συγκεκριμένα η Ρώμη αξίωνε:
α. Επίσημη συγγνώμη ενώπιον της ιταλικής διπλωματικής αποστολής στην Αθήνα.
β. Την τέλεση μνημοσύνου για τα θύματα, παρουσία της ελληνικής κυβέρνησης.
γ. Την απόδοση στρατιωτικών τιμών στις σορούς των θυμάτων.
δ. Την απόδοση τιμών στην ιταλική σημαία.
ε. Την θανατική ποινή για τους ενόχους.
στ.Αποζημίωση 50.000.000 λιρετών εντός πέντε ημερών από τη διακοίνωση.

Η ελληνική κυβέρνηση απάντησε την επομένη, αποδεχόμενη τους τέσσερεις πρώτους όρους με τροποποιήσεις, ενώ απέρριψε τους τρεις τελευταίους καθόσον έθιγαν την τιμή και την κυριαρχία της χώρας. Παράλληλα δήλωσε ότι ήταν διατεθειμένη να προσφύγει στην ΚτΕ και να δεχθεί τις αποφάσεις της, σε περίπτωση ιταλικής απόρριψης της ελληνικής ρηματικής διακοίνωσης. Μην αναμένοντας την ελληνική απάντηση και επιδεικνύοντας περιφρόνηση για την ΚτΕ, ο Mussolini έδρασε μονομερώς, δίνοντας εντολή στις 30 Αυγούστου στον ιταλικό στόλο να αποπλεύσει προς κατάληψη της Κέρκυρας. Η αμεσότητα με την οποία έδρασε η Ιταλία για την κατάληψη της Κέρκυρας οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η επιχείρηση είχε ήδη σχεδιαστεί στο πλαίσιο ιταλικών αντιποίνων έναντι πιθανών ελληνικών αντιδράσεων που θα προέκυπταν από την ιταλική προσάρτηση των Δωδεκανήσων, η οποία είχε οριστεί για τις 30 Αυγούστου. ,

Το πρωί της 31ης Αυγούστου μια δύναμη δεκαεπτά πλοίων του ιταλικού ναυτικού, συνοδευόμενη από ένα υποβρύχιο και τέσσερα υδροπλάνα έκαναν την εμφάνισή τους στα ανοιχτά της Κέρκυρας, λαμβάνοντας θέσεις μάχης. Περί τις 15:00 μ.μ., ο Πλοίαρχος Antonio Foschini συνοδευόμενος από τον Υποπλοίαρχο Tsordini, μετέβησαν στη Νομαρχία προκειμένου να επιδώσουν στον νομάρχη Πέτρο Ευριπαίο, ένα έγγραφο σύμφωνα με το οποίο είχε προθεσμία μισής ώρας να παραδώσει το νησί, χωρίς καμία αντίσταση.
 
Ο Ευριπαίος αιτήθηκε χρόνο για να επικοινωνήσει με την κυβέρνηση κάτι που δεν δέχθηκε ο Foschini και αφού κατηγόρησε τον τελευταίο για παραβίαση της κατοχυρωμένης ουδετερότητας της Κέρκυρας, τον ενημέρωσε ότι το νησί στερείτο στρατιωτικών δυνατοτήτων ενώ τα δύο φρούριά της δεν διέθεταν οπλισμό και φιλοξενούσαν Μικρασιάτες πρόσφυγες, γεγονός που γνώριζε ο επικεφαλής της ναυτικής δύναμης, Αντιναύαρχος Emilio Solari.

Περί ώρας 16:30 η ιταλική αντιπροσωπεία αποχώρησε, δίδοντας ένα σημείωμα με τους όρους παράδοσης και γνωστοποιώντας πως αν ως τις 17:00 δεν είχε υψωθεί λευκή σημαία στον ιστό του παλαιού φρουρίου, θα ξεκινούσε η απόβαση των ιταλικών στρατευμάτων κατόπιν τριών άσφαιρων κανονιοβολισμών. Στις 17:00, οι τρεις άσφαιροι κανονιοβολισμοί, ακολουθήθηκαν από τον βομβαρδισμό του παλαιού και του νέου φρουρίου. Ύστερα από έναν 25λεπτο βομβαρδισμό που κόστισε τη ζωή περίπου 15 και τον τραυματισμό τουλάχιστον 35 ατόμων, αποφασίσθηκε η παράδοση του νησιού και ακολούθησε η αποβίβαση των στρατευμάτων εισβολής.

Η Ελλάδα προσέφυγε την 1 Σεπτεμβρίου στην Κ.τ.Ε ορίζοντας ως αντιπρόσωπο της τον Νικόλαο Πολίτη, επικαλούμενη τα άρθρα 12 και 15 της Συνθήκης περί παραπομπής σε διαιτησία από την Συνέλευση, οποιασδήποτε διαφοράς ενδέχεται να προκαλέσει ρήξη. , Η κατάληψη της Κέρκυρας ως ζήτημα που απειλούσε τη διεθνή ειρήνη ενέπιπτε στην αρμοδιότητα της ΚτΕ, όμως η άστοχη ενέργεια της Ελλάδας, στο πλαίσιο επίδειξης καλής θελήσεως, να ζητήσει με διακοίνωσή της στις 2 Σεπτεμβρίου, τη σύσταση ανακριτικής επιτροπής από την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη για τη δολοφονία, υπέσκαψε τη στρατηγική της υπέρ της παραπομπής του ζητήματος στην ΚτΕ.
 
Η Βρετανία ήταν υπέρ της αρμοδιότητας της ΚτΕ καθώς έβλεπε το γεγονός ως αμφισβήτηση βασικών αξιών που είχαν κλονιστεί από ένα δικτάτορα. Οι Γάλλοι από την άλλη, αντιτίθεντο σε αυτό ανησυχώντας ότι θα δημιουργούσε προηγούμενο για την ανάμιξη της ΚτΕ στη γαλλική κατοχή του Ruhr. Αντ’ αυτού προτιμούσαν την εξέταση της υπόθεσης από την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη όπου η βρετανική αντίδραση θα αδρανοποιείτο από τη γαλλική και την ιταλική αντιπροσωπεία.
 
Ο Mussolini ενίσχυσε τη γαλλική στάση, απειλώντας ότι θα αποχωρήσει από την ΚτΕ αν επιληφθεί του ζητήματος. Ως εκ τούτου, στερούμενη τη γαλλική υποστήριξη, η Βρετανία υπαναχώρησε από την αρχική της θέση περί αρμοδιότητας της ΚτΕ. Τελικώς λόγω πολιτικών σκοπιμοτήτων το ζήτημα παραπέμφθηκε στην Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη όπου ανέλαβε τη διερεύνηση της δολοφονίας Tellini και υποχρέωσε την Ελλάδα να καταβάλει αποζημίωση 50.000.000 λιρετών στην Ιταλία, παρά το γεγονός ότι το πόρισμα της επιτροπής διερεύνησης απέκλεισε κάθε ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης για τη δολοφονία.
Κατ’ αυτό τον τρόπο το κύρος της Ιταλίας διεσώθη και οι Γάλλοι απέφυγαν μια επικίνδυνη σύνδεση μεταξύ Κέρκυρας και Ruhr, εις βάρος της Ελλάδας. Ο Mussolini αρνήθηκε αρχικά να αποχωρήσει από την Κέρκυρα, όπου η ιταλική κατοχή είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημάδια μονιμότητας, αλλά μετά από βρετανικές πιέσεις και πληροφορίες του ιταλικού ναυτικού που παρουσίαζαν την ανωτερότητα του βρετανικού στόλου, υποχώρησε και οι Ιταλοί αποσύρθηκαν από το νησί στις 27 Σεπτεμβρίου.

Γαλλική υψηλή στρατηγική
Η γαλλική στρατηγική μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στόχευε πρωτίστως στην εξασφάλιση της πολιτικοστρατιωτικής ασφάλειας της Γαλλίας έναντι μιας νέας γερμανικής απειλής. Η δραστηριοποίηση για τον περιορισμό της γερμανικής ισχύος ώστε η Γερμανία να παραμείνει σε καθεστώς ήττας και απομόνωσης, ήταν η κύρια επιδίωξη της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής. Η πλήρης εφαρμογή της Συνθήκης των Βερσαλλιών και ιδίως των προβλέψεων περί επανορθώσεων, η σύναψη συμμαχιών στρεφομένων κατά του Βερολίνου και η χρήση στρατιωτικής βίας, αποτέλεσαν εργαλεία αυτής της πολιτικής.

Σύμφωνα με τον Walter McDougall η γαλλική στρατηγική περιλάμβανε:
α. Την επίτευξη εγγυήσεων που θα διασφάλιζαν ζωτικά συμφέροντα στους τομείς της στρατιωτικής και οικονομικής ασφάλειας και της βιομηχανικής ανάπτυξης.
β. Την αποτροπή της ανάκαμψης της Γερμανίας, η οποία θα την έφερνε σε θέση οικονομικής και στρατιωτικής κυριαρχίας στην Ευρώπη.

Η συνθήκη των Βερσαλλιών εξυπηρετούσε αυτό το σκοπό αλλά καθώς τόσο η συμμαχική αλληλεγγύη όσο και η γερμανική συνεργασία, που ήταν απαραίτητα στοιχεία εκτέλεσης των όρων της συνθήκης, δεν εξασφαλίστηκαν, η Γαλλία προχώρησε σε μια στρατηγική περιορισμού της γερμανικής κυριαρχίας στις περιοχές της Ρηνανίας και του Ruhr. Η αποδυνάμωση της Γερμανίας θα οδηγούσε μεταξύ άλλων σε μια ισότητα μεταξύ γαλλικών και γερμανικών δυνατοτήτων και στην επιβίωση της Γαλλίας ως Μεγάλης Δύναμης.

Στο πλαίσιο αυτό η Γαλλία εισέβαλε τον Ιανουάριο του 1923 στο Ruhr σε μια προσπάθεια να υπερβεί το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει η διεθνής πολιτική το 1922 σχετικά με το θέμα των πολεμικών επανορθώσεων και να φέρει τη Γαλλία σε θέση ισχύος, αναγκάζοντας τη Γερμανία να παραδεχθεί την ήττα της και την υποχρέωσή της σχετικά με τις επανορθώσεις καθώς και να υποχρεώσει ΗΠΑ και Βρετανία να προβούν σε χορήγηση δανείου προς της Γερμανία ώστε να σταθεροποιηθεί το μάρκο και να ξεκινήσει η αποπληρωμή των επανορθώσεων.

Στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής, η γαλλική πολιτική επηρεάστηκε από τρεις ασυμβίβαστες μεταξύ τους επιλογές:
α. Τη διατήρηση μιας γαλλοβρετανικής “entente” ως υποκατάστατο της Συνθήκης Εγγύησης (Treaty of Guarantee), την οποία δεν επικύρωσε η αμερικανική γερουσία και με την οποία ΗΠΑ και Βρετανία εγγυούνταν τα γαλλικά σύνορα έναντι γερμανικής επιθετικότητας.
β. Τη δημιουργία μιας γαλλογερμανικής “entente” που μεταφραζόταν σε εμπορική και βιομηχανική συνεργασία και τη συμμόρφωση της Γερμανίας με τις προβλέψεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών.
γ. Την προώθηση ενός ιδιαίτερου καθεστώτος για τη Ρηνανία, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι επανορθώσεις και η εθνική ασφάλεια, αποτρέποντας μια γερμανική ανάκαμψη. ,

Με τα ανωτέρω κατά νου μπορεί να εξηγηθεί η στάση της Γαλλίας στην ελληνοϊταλική κρίση του 1923, μια στάση που εδράζεται πρωτίστως στην εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων αυτής και δευτερευόντως στην ιδεολογία.

Την περίοδο 1900-1940 η γαλλική πολιτική αντιμετώπιζε την Ιταλία ως εξισορροπητικό παράγοντα στις σχέσεις του Παρισιού πρωτίστως με το Λονδίνο και το Βερολίνο. Ο Poincaré αν και αρνήθηκε λευκή επιταγή στον Mussolini προσπάθησε να παραπέμψει την ελληνοϊταλική κρίση στην Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη, την οποία μπορούσε να ελέγξει ως πρόεδρος της και ταυτόχρονα εισηγήθηκε κυρώσεις εναντίον της Ελλάδας, μέσω αυτής.

Οι λόγοι της γαλλικής στάσης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
α. Ο Poincaré ήθελε να προστατεύσει την πολιτική του στο Ruhr, η κατοχή του οποίου έφερνε τη Γαλλία αντιμέτωπη με τη Βρετανία και τη Γερμανία. Επομένως συνεπεία της ρήξης με τη Βρετανία, η σύμπλευση της Ιταλίας με το γαλλοβελγικό μπλοκ ήταν απαραίτητη ώστε να υπάρξει ευνοϊκή αναλογία 3:1 στην Επιτροπή Επανορθώσεων.
β. Η αναγνώριση της αρμοδιότητας της ΚτΕ στην επίλυση του ζητήματος της Κέρκυρας, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανάλογη εξέταση του ζητήματος του Ruhr από το ίδιο όργανο. Η αγνόηση της Ιταλίας για παράκαμψη της ΚτΕ θα μπορούσε να την οδηγήσει σε μια άβολη για τη Γαλλία, σύγκριση μεταξύ της κατοχής των δύο περιοχών.
γ. Η γαλλική ηγεσία ανησυχούσε ότι πιθανή ήττα του Mussolini στο ζήτημα της Κέρκυρας, ενδέχετο να προκαλέσει τριγμούς στην ιταλική πολιτική σκηνή. Ο Poincaré ως συντηρητικός, απέρριπτε μεν τις μεθόδους του Mussolini, αλλά εκτιμούσε τις αντικολεκτιβιστικές και αντιδιεθνιστικές απόψεις του και έβρισκε τον ιταλικό φασισμό λιγότερο ενοχλητικό από τον κομμουνισμό και τον σοσιαλισμό.
δ. Στους υπολογισμούς της γαλλικής ηγεσίας, για το ζήτημα της Κέρκυρας, έπαιξε ρόλο η αντίληψή της για την επερχόμενη σύγκρουση μεταξύ Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας για την πόλη Fiume.

Εν κατακλείδι, η κατοχή του Ruhr αποτελούσε τον κυριότερο προσδιοριστικό παράγοντα της γαλλικής πολιτικής το 1923.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
   
Η ελληνοϊταλική κρίση του 1923 επιβεβαιώνει τις βασικές αρχές της ρεαλιστικής σχολής. Η ρήση από το διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων, «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του» καθώς και η άποψη ότι οι διεθνείς οργανισμοί υπάρχουν για να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ισχυρών, βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η Ελλάδα, μια μικρή χώρα βρέθηκε κατηγορούμενη για τη δολοφονία της ιταλικής αντιπροσωπείας, ένα έγκλημα για το οποίο δεν υπήρχε καμία απόδειξη για πιθανή εμπλοκή της. Αναμφίβολα η Ελλάδα ως φιλοξενούσα χώρα είχε ευθύνη για την ασφάλεια των ξένων αντιπροσωπειών, όμως η ιταλική κατηγορία υπερέβαινε αυτή τη διάσταση κάνοντας λόγο για ενοχή, κάτι εντελώς αβάσιμο. Ταυτόχρονα, η Ιταλία έχοντας διαπράξει μια πολύ σοβαρότερη παράβαση του Διεθνούς Δικαίου με τον βομβαρδισμό και το θάνατο αθώων Ελλήνων πολιτών, την παραβίαση της ελληνικής κυριαρχίας και τη διακινδύνευση της διεθνούς ειρήνης, έμεινε στο απυρόβλητο. Εν ολίγοις η αδικία που υπέστη η Ελλάδα στα χέρια της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης, ήταν το τίμημα για τη διατήρηση της ειρήνης, μιας ειρήνης σε βάρος της δικαιοσύνης. Όπως ανέφερε προφητικά ο Σουηδός εκπρόσωπος στην ΚτΕ, Karl Hjalmar Branting, «η ειρήνη που δεν βασίζεται στη δικαιοσύνη, περιέχει μέσα της τα σπέρματα μελλοντικών συγκρούσεων».

Για τη νεότευκτη ΚτΕ, η κατάληψη της Κέρκυρας ήταν μια από τις πρώτες δοκιμασίες που κατέδειξαν την αναποτελεσματικότητα του θεσμού και την αδυναμία του να διαφυλάξει την ειρήνη όταν εμπλέκονταν τα συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων. Την επόμενη δεκαετία, η ιαπωνική κατάληψη της Μαντζουρίας (1931), η ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία (1935) και η τσεχοσλοβακική κρίση (1938) οδήγησαν στην απαξίωση του θεσμού. Αντίστοιχη αδυναμία διαφύλαξης της διεθνούς ασφάλειας και ειρήνης παρατηρείται ακόμη και σήμερα στον διάδοχο της ΚτΕ, τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Η προσχεδιασμένη κατάληψη της Κέρκυρας και το ζήτημα του Fiume αποτελούσαν πτυχές της ίδιας επιθετικής ιταλικής πολιτικής, που εδραζόταν σε έναν ανεκπλήρωτο ιμπεριαλισμό ενώ ταυτόχρονα προσέφερε στον Mussolini μια ευκαιρία εδραίωσης της εξουσίας του στο εσωτερικό. Ο Mussolini περιφρονώντας την ΚτΕ, εισήγαγε μια νέα μορφή κυνικής διπλωματίας, με διαπραγματεύσεις που διεξάγονταν με κακή πίστη. Μια διπλωματία που έφθασε στο αποκορύφωμά της, την επόμενη δεκαετία και ανήγαγε τη χρήση βίας σε prima ratio για την επίτευξη των εθνικών στόχων.

Τα ιταλικά σχέδια εκμεταλλεύθηκαν την κατάσταση της Ελλάδας και συγκεκριμένα:
α. Τη στρατιωτική, οικονομική και κοινωνική αναταραχή που είχε προκαλέσει ο Α’ Π.Π. και η Μικρασιατική εκστρατεία.
β. Την έλλειψη ομοψυχίας συνεπεία του εθνικού διχασμού.
γ. Το καθεστώς αποστρατικοποίησης της Κέρκυρας.
δ. Τη διεθνή απομόνωση της χώρας.

Η Γαλλία με τη στάση της κατόρθωσε να διαφυλάξει βραχυπρόθεσμα τα συμφέροντά της καθώς η κρίση δεν συσχετίστηκε με την πολιτική της στο Ruhr. Μακροπρόθεσμα όμως, η ζημιά στο γόητρο της ΚτΕ της κόστισε καθώς αρκετοί Γάλλοι θεωρούσαν ότι μέσω της ΚτΕ, η χώρα θα μπορούσε να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο, προστατεύοντας τα συμφέροντά της έναντι της Γερμανίας. Ταυτόχρονα αποτέλεσε σημείο τριβής για τις γαλλοβρετανικές σχέσεις. Η κρίση όμως έλαβε και μια ιδεολογική χροιά, διχάζοντας την γαλλική πολιτική σκηνή, με τους συντηρητικούς να υπερασπίζονται την πολιτική Mussolini και τους σοσιαλιστές να την καταδικάζουν.

Η εν λόγω κρίση τονίζει την αρχή της αυτοβοήθειας εντός του άναρχου διεθνούς συστήματος. Αναμφίβολα οι κανόνες Διεθνούς Δικαίου είναι σημαντικοί, πλην όμως η κινητήρια δύναμη της διεθνούς πολιτικής παραμένει το εθνικό συμφέρον και το νόμισμα αυτής, η ισχύς. Όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κονδύλης οι θεσμοί είναι τεχνητές κατασκευές και όταν παραμερίζονται ξεπροβάλει το πραγματικό πρόσωπο της Φύσης, ο νόμος της ισχύος. Εξού και η ανάγκη για συνεχή αναβάθμιση των ελληνικών συντελεστών ισχύος και δη της σκληρής ισχύος, καθώς η γειτνίαση με ασταθή υποσυστήματα ασφαλείας και οι τουρκικές απειλές, δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού.

Η διεθνής απομόνωση της χώρας ήταν κάτι που το πλήρωσε τόσο το 1923 όσο και το 1897, διακινδυνεύοντας την έκβαση του μετέπειτα Μακεδονικού Αγώνα. Σε αυτό το πλαίσιο είναι απαραίτητη η αποχή από ενέργειες που οδηγούν σε περιθωριοποίηση της χώρας. Η συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς και συμμαχίες και η ενεργητική διπλωματία, είναι παράγοντες που δύνανται να ενισχύσουν το κρατικό κύρος και τη σημασία της χώρας σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο.

Η αμυντική αδυναμία της Κέρκυρας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιταλική απόφαση για κατάληψη της. Το γεγονός αυτό τονίζει την ανάγκη αμυντικής θωράκισης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, τη στιγμή που η τουρκική επιθετική ρητορική έχει κλιμακωθεί σημαντικά, εγείροντας έξω από κάθε έννοια δικαίου και λογικής ζήτημα αποστρατικοποίησης αυτών και συνδέοντας το εξίσου παράνομα με το καθεστώς κυριαρχίας. Στο πνεύμα του «ό,τι απειλείται δεν αποστρατιωτικοποιείται», η Ελλάδα θα πρέπει να προβεί σε έναν ορθολογικό αμυντικό σχεδιασμό που θα εξασφαλίζει την εδαφική ακεραιότητα της ηπειρωτικής και νησιωτικής της επικράτειας. Καθώς ο κατακερματισμός του ελληνικού χώρου προσφέρει πλεονέκτημα στον αντίπαλο και με δεδομένη την αριθμητική του υπεροπλία, θα πρέπει ο σχεδιασμός να επιτυγχάνει τη βέλτιστη ισορροπία μεταξύ δύο βασικών αναγκών:
α. Την προβολή ικανοποιητικής άμυνας έως την άφιξη ενισχύσεων.
β. Την συγκέντρωση δυνάμεων και την αποφυγή κατακερματισμού αυτών, τουλάχιστον έως ότου προσδιορισθεί η εχθρική κύρια προσπάθεια.

ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΗΓΕΣ  Ιστοσελίδες
Araud, G. (2015). The foreign policy of France between 1919 and 1939: the reasons for a descent into hell. [Διαδίκτυο] Διαθέσιμο στο: https://franceintheus.org/spip.php?article6836&fbclid=IwAR1RJO2-Lo27vtGg8y2nL0_lafSDtjqGyhhDakJe2TAq1XuP8Tbavbmc5CE-  [Προσπελάστηκε 18/4/22 ].
Μαλαμής, Β. (χ.χ.). Η δολοφονία Τελίνι και η κατάληψη της Κέρκυρας (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1923). [Διαδίκτυο] Διαθέσιμο στο: https://www.academia.edu/37673382/%CE%97_%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1_%CE%A4%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%B9_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CE%AD%CF%81%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82_%CE%91%CF%8D%CE%B3%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82_1923_  [Προσπελάστηκε 17/4/22].
Παπαφλωράτος, Σ. Ι. (2017). Ο Βομβαρδισμός και η κατάληψη της Κέρκυρας από τους Ιταλούς το 1923 (31 Αυγούστου – 27 Σεπτεμβρίου). [Διαδίκτυο] Διαθέσιμο στο: https://clioturbata.com/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/%CE%B9%CF%89%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CF%83-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%86%CE%BB%CF%89%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%83-%CE%BF-%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF/  [Προσπελάστηκε 17/4/22]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
α. Ελληνόγλωσση
Βερέμης, Θ. (1999). Ελλάδα – Ευρώπη: Από τον Πρώτο Πόλεμο ως τον Ψυχρό Πόλεμο. Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον.
Burns. E.M. (2006). Ευρωπαϊκή ιστορία: Ο δυτικός πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι (μτφρ. Τάσος Δαρβέρης). Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Επίκεντρο Α.Ε.
Γκράτσι, Ε. (1980). Η αρχή του τέλους: Η επιχείρηση κατά της Ελλάδος (μτφρ. Χρυσώ Γκίκα). Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
Clogg, R. (2012). Σύντομη ιστορία της νεώτερης Ελλάδας (μτφρ. Χάρης Φουντέας). Αθήνα: Α. Καρδαμίτσα.
Γρηγοριάδης, Σ. (1976). Τα φοβερά ντοκουμέντα: Υπόθεση Κέρκυρας Αύγουστος 1923. Αθήνα: Εκδόσεις Φυτράκη.
Δαφνής, Γ. (1955): Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940 (τεύχος Β’). Αθήνα: Εκδόσεις Ίκαρος.
Θουκυδίδου Ιστορία, Ε 89.
Κονδύλης, Π. (1992). Η ηδονή, η ισχύς και η ουτοπία. Αθήνα: Στιγμή.
Κουσκουβέλης, Ι. Η. (2010). Εισαγωγή στις διεθνείς σχέσεις. Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.
Παπαρρηγόπουλος, Ι. (2009). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (τόμος 25). Αθήνα: Εκδόσεις Τέσσερα Πι Α.Ε.
Παπαφλωράτος, Ι. (2019). Η Ελληνοϊταλική κρίση του 1923: Το επεισόδιο Tellini/Κέρκυρας. Αθήνα: Εκδόσεις Πελασγός.
Παπαφλωράτος. Σ. Ι. (2021). Η εξωτερική πολιτική και η υψηλή στρατηγική των Μεγάλων Δυνάμεων και των Βαλκανικών κρατών: Συμπεριλαμβανομένων Ελλάδος – Τουρκίας. Αθήνα: Εκδόσεις Λειμών.
Στεφανίδης, Δ. Ι. (1997). Ο τελευταίος Ευρωπαϊκός αιώνας: Διπλωματία και πολιτική δυνάμεων (1871-1945). Αθήνα: Προσκήνιο.
Τσάμης, Ε. (2015). Η υψηλή στρατηγική της Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας στη διάρκεια του μεσοπολέμου: Ανάλυση και συμπεράσματα. (Διπλωματική εργασία). Θεσσαλονίκη: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ανακτήθηκε την 17/422 από: https://dspace.lib.uom.gr/handle/2159/18466
Χατζηιωσήφ, Χ. (επιμ.) (2009). Όψεις πολιτικής και οικονομικής ιστορίας 1900-1940. Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιόραμα.

β. Ξενόγλωσση
Ανώνυμος (1923, Αύγουστος 31). Albanians blamed. The Daily News, (σελ. 7).
Ανώνυμος (1923, Σεπτέμβριος 17). Murdered Italians. The Recorder, (σελ. 1).
Barros, J. (1961). Mussolini's first aggression: the Corfu ultimatum. Balkan Studies. Vol. 2, (σελ. 257-286).
Barros, J. (1965). The Corfu incident of 1923: Mussolini and the League of Nations. Princeton (N.J.): Princeton University Press.
Blatt, J. (1986). France and Italy at the Paris Peace Conference. The International History Review. Vol. 8, Issue 1, (σελ. 27-40). https://doi.org/10.1080/07075332.1986.9640400
Blatt, J. (1988). France and the Corfu-Fiume Crisis of 1923. The Historian. Vol. 50, No. 2, (σελ. 234-259). https://doi.org/10.1111/j.1540-6563.1988.tb00744.x
Burgwyn, H. J. (1997). Italian foreign policy in the interwar period, 1918-1940. Westport (CT): Praeger publishers.
Cassels, A. (1970). Mussolini’s early diplomacy. Princeton (N.J.): Princeton University Press.
Duggan, C. (2008). The force of destiny: A history of Italy since 1796. New York (N.Y.): Houghton Mifflin Company.
Finney, B. P. (1993). The relations between the Entente powers and Greece, 1923-6 (Διδακτορική διατριβή). Leeds: University of Leeds. Ανακτήθηκε την 18/4/22 από: https://etheses.whiterose.ac.uk/669/
Jacobson, J. (1983). Strategies of French foreign policy after World War I. The Journal of Modern History, Vol. 55, No. 1, (σελ. 78-95). https://doi.org/10.1086/242420
McDougall, A. W. (1978). France's Rhineland policy, 1914-1924: The last bid for a balance of power in Europe. Princeton (N.J.): Princeton University Press.
McDougall, A. W. (1979). Political Economy versus national sovereignty: French structures for German economic integration after Versailles. The Journal of Modern History. Vol. 51, No. 1, (σελ. 4-23). https://doi.org/10.1086/241846
Ortega y Gasset, J. (1932). The revolt of the masses. New York (N.Y.): W. W. Norton & Company.
Papafloratos, S. J. (2015). The Fiume and the Corfu incidents. Balkan Studies. Vol. 45. (σελ. 259-272).

Ruches, J. P. (1965). Albania's Captives. Chicago (IL): Argonaut.
Salvemini, G. (1953). Prelude to World War II. London: Victor Gollancz Ltd.
Soutou, H. G. (1978). La France et les Marches de l'Est 1914-1919. Revue Historique. T. 260, (σελ. 341-388).
Yearwood, J. P. (1986). 'Consistently with Honour'; Great Britain, the League of Nations and the Corfu Crisis of 1923. Journal of Contemporary History, Vol. 21, No. 4, (σελ. 559-579).
Φωτογραφικό υλικό
Εικόνα 1: Φωτογραφία από τον τόπο της δολοφονίας της ιταλικής αντιπροσωπείας.
Εικόνα 2: Enrico Tellini
Εικόνα 3: Πέτρος Ευριπαίος
Εικόνα 4: Emilio Solari
Εικόνα 5: Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Η Καθημερινή» της 1/9/1923.
Εικόνα 6: Ιταλικά γραμματόσημα με την ένδειξη «Κέρκυρα».
Εικόνα 7: Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Corriere della Sera της 1/9/1923.
Εικόνα 8: Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας La Stampa της 1/9/1923.
Εικόνα 9: Αποβίβαση ιταλικών στρατευμάτων στην Κέρκυρα.
Εικόνα 10: Ιταλική προκήρυξη που αφισοκολλήθηκε στην Κέρκυρα μετά την κατάληψή της


Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.