Η Περιστέρα είναι ένα μικρό ποταμίσιο χωριουδάκι στα ριζά του Κόζιακα.

Διασχίζεται από τον Πηνειό-ένα γεμάτο άσπρη πέτρα και καταγάργαρα νερά ποτάμι.

6 χιλιόμετρα από την Καλαμπάκα, 14 από τα Τρίκαλα. Κατοικείται από 250 κατοίκους, κυρίως, γεωργούς και κτηνοτρόφους.

Ανάμεσα στο λόφο «Σκούμπο», στα δυτικά του οικισμού,  και τον Πηνειό απλωνόταν η αρχαία πόλη Φαλώρεια.

 Κατά τους ερευνητές η πόλη πήρε το όνομά της από το κωνικό σχήμα του Σκούμπου που θύμιζε το μπροστινό μέρος της περικεφαλαίας, που στα ομηρικά ελληνικά ονομάζεται «φαλός».

Η Φαλώρεια καταστράφηκε στα 198 π.χ. από τον Τίτο Κόϊντο Φλαμινίνο.

Στην περιοχή του Σκούμπου, ο πατέρας μου Κωνσταντίνος Μπασαράς είχε την μισή περιουσία του (γή, μαντρί, καλύβα, πρόβατα, αγελάδες και δύο άλογα). 

Ζούσαμε αληθινά τα Χριστούγεννα, τα πάθη και την Ανάσταση του Χριστού.

Ο προστάτης της Περιστέρας είναι ο Αγιος Γεώργιος. 

Το πανηγύρι, που γίνεται, συνήθως τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, ήταν και είναι ονομαστό! Τα παλιά χρόνια το διαφήμιζε ο τελλάλης!

Τουλάχιστον τρείς μεγάλοι γύροι γυναικών, ανδρών και νέων εχόρευαν την 'καραγκούνα΄!

Η μάνα καταγότανε από το διπλανό χωριό, τους Αγίους Θεοδώρους, με το φημισμένο Μοναστήρι πάνω στον βράχο.

Την μικροπάντρεψε ο πατέρας της, και παππούς μου, Γιώργος Σκρέκας, όταν ήταν 16 χρονών, είχε βλέπετε δυό παιδιά και τέσσερα κορίτσια και έτσι θα είχε ένα στόμα λιγότερο για να ταΐσει. Η μικρή Ρίνω, έκανε πέντε παιδιά μέχρι τα τριάντα της και της επέζησαν τα τέσσερα ήμουνα το τέταρτο και μικρότερο αγόρι.

Το σπιτάκι μας, πάνω στην πλατεία, με την εκκλησία και το νέο σχολειό δίπλα. Ενα ωραίο ισόγειο με δυό οντάδες.

Στον έναν οντά, με διπλό κρεββάτι, οι γονείς. Στον άλλο οντά, ένα κρεββάτι δίπλα στο τζάκι για τη γιαγιά Θεοπούλα. Μια μεγάλη σάλα με καταπακτή για να κατεβαίνουμε στο υπόγειο.

Ενα μαγειριό έξω στην αυλή, και ένας απόπατος (WC εποχής) μακρυά στο βάθος του κήπου. 

Το πηγάδι για το νερό στα πενήντα μέτρα, στην πλατεία. Δίπλα σε μια τεράστια αιωνόβια βελανιδιά, τόσο μεγάλη που ήταν γνωστή σαν ο ‘Δένδρος’.

Νοματαίοι επτά, η μανιά Θεοπούλα, ο πατέρας μου Κώστας (ή Κώτσος, όπως τον φώναζαν οι συγχωριανοί του), που συνήθως έμεινε πέρα από το ποτάμι, στην καλύβα του, στον Σκούμπο, στα ριζά ακριβώς του Κόζιακα, εκεί που ήταν η αρχαία Φαλώρεια για να φυλάει το βιός του, η μάνα μου Κατερίνα (ή Ρίνω ή και Κώτσαινα όπως την φώναζαν τις περισσότερες φορές) τα αδέλφια μου ο Λάμπρος (πήγαινε στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου Καλαμπάκας), ο Νίκος (τόν κράτησε ο πατέρας μου για να τον βοηθάει στο βιός του), εγώ στην Πέμπτη Δημοτικού (και, το καμάρι του δάσκαλου Γιώργου Βακουφτσή, γιατί ήμουνα ο πρώτος του σχολείου και όχι μόνο της τάξης μου, εγώ που μέχρι τα έξη μου δεν είχα αρθρώσει κουβέντα) και η μικρή Φανή στα οκτώ της.

Εκείνος ο Χειμώνας του 56, ήταν πολύ βαρύς. Θυμάμαι είχε χιονίσει πολλές φορές από το Νοέμβρη μέχρι και τα μέσα Φλεβάρη.

Ωστόσο, η Άνοιξη ήλθε νωρίς, σχεδόν από τον Μάρτη είχε καλοκαιριάσει. Η φύση πρασίνιζε και η γη λουλούδιαζε μέσα στη σαρακοστή. Οι Λαζαρίνες βρήκαν πολλά μα πολλά λουλούδια, άγρια τριαντάφυλλα, μαργαρίτες , ίτσια και μανουσάκια (άγριες ορχιδέες), κίτρινες τουλίπες του αγρού για να στολίσουν τα καλαθάκια τους και να πουν τα κάλαντα του Λαζάρου σε όλα τα σπίτια του χωριού. Το Λαζάρου, Σάββατο ήταν και πρωτομαγιά, έτσι τα σχολεία είχαν κλείσει από την Παρασκευή.

Ο πατέρας μου, εκείνη τη χρονιά, επειδή είχε πολύ καλό καιρό, σχεδόν καλοκαιριάτικο, με πήρε μαζί του από το Σάββατο του Λαζάρου, στο Σκούμπο, στην καλύβα του, όπου είχε το βιος του, πέρα από το ποτάμι (Πηνειό)-το ποτάμι το περνούσαμε εύκολα, εγώ, στα καπούλια του κόκκινου αλόγου του πατέρα μου. Μια ταπεινή καλυβούλα, δυο στρώματα από χόρτο στις δυο πλευρές, μια εστία φωτιάς στη μέση, δυό ξύλινα κρεμαστάρια στο πλάι ψηλά, μια κατσαρολίτσα, ένα μπρίκι του καφέ, ένα τηγανάκι κανα δυό πήλινα πιάτα σε ένα ντουλαπάκι ξύλινο, μια στάμνα και ένα λαήνι νερού, ένα κλειδοπίνακο για το τυρί, ένα μπουκαλάκι λάδι, μια γκαζόλαμπα (all in one).

Το Πάσχα θα ερχόταν στις εξι του Μάη. Ηταν κι άλλα πολλά παιδιά εκεί, κάναμε όλοι μας την αγροτική πρακτική μας, κορίτσι δεν ήταν κανένα. Ήταν ο Βάιος, ο Σπύρος, ο Σιώκας, ο Νίκος, ο Τσίλας, ο Παληάς ….
Η φύση στον μικρό κάμπο, ανάμεσα στο λόφο του Σκούμπου και της Λομπάρδας και τις όχθες του Πηνειού πρασίνιζε, λουλούδιαζε, οργίαζε … Είχε πολύ και καλή βοσκή για το βιος μας στο Μέσα-αγρό, όπως τον έλεγαν, σήμερα έχει αλλάξει σε ένα από τους καλύτερους αμπελώνες της περιοχής (Κρασιά Τσίνας, κάτω από το κάστρο της αρχαίας Φαλώρειας, μια οικογενειακή επιχείρηση, κόσμημα για την περιοχή).

Ο μικρότερος από τα παιδιά, ο Παληάς, ο Κώστας ο Μπαρμπαρούσης, είχε και ένα κίτρινο μεγάλο τόπι. Του το είχε δώσει σαν δώρο, ο αδελφός του Βασίλης, γύρω στα είκοσι τότε αρκετά μεγαλύτερος από εμάς. Ήταν ΑΕΚτζής. Όλοι εμείς, που υποτίθεται θα προσέχαμε τα πρόβατα, μαζευόμαστε σε ένα μεγάλο λειβάδι, πάνω από τέσσερα στρέμματα. Βάζαμε δύο πέτρες σε απόσταση γύρω στα εφτά μέτρα μεταξύ τους, κι άλλες δύο σε απόσταση πενήντα μέτρα μακριά και απέναντι. Ήταν ένα μικρό γήπεδο 30 Χ 50. Οι ομάδες μας ήταν η ΑΕΚ και ο Ολυμπιακός.

Εγώ ήμουνα ο Υφαντής, ο Παληάς ο Νεστορίδης, ο Πίπης ο Εμμανουηλίδης, ο Βάιος ο Σταματιάδης, ο Βασίλης ο Μουράτης... Και, παίζαμε από το μεσημεράκι μέχρι το απόγεμα. Και, να, το ένα γκολ, και να το άλλο, και να το φάουλ, και να το τσάκωμα, και να είσαι μαλάκ... και να είσαι ζαγάρ...και να παληοπουστ,.. Στο τέλος το αποτέλεσμα 23 - 21 η 18-17 λήψη 28 -20... Μια η ΑΕΚ , την άλλη ο Ολυμπιακός... Δίπλα δεν ήταν οι κερκίδες αλλά ένα μικρό λιβάδι, με αρνάκια, που τα είχαν αποκόψει από το θήλασμα οι βοσκοί, που συνέχεια βέλαζαν, μπε, μπε,
μπε ... αδιάκοπα, ασταμάτητα, λυπημένα, απελπισμένα.

Και, το βραδάκι, όταν βασίλευε ο ήλιος, και βασίλευε νωρίς γύρω στις 5, γιατί, δυτικά, σχεδόν κάθετα ήταν ο Κόζιακας, απότομος και πολύ ψηλός, σχεδόν 2000 μέτρα, η Κίσσα η κορυφή του, από όπου βλέπαμε τις αστραπές, όταν άλλαζε ο καιρός, πηγαίναμε στις καλύβες μας. Μας περίμεναν, οι πατεράδες μας. Είχαν αρμέξει, μας πλένανε με λίγο νεράκι από τη στάμνα.

Φορούσαμε το καλό σκούτινο σακάκι, τις χοντρές μάλλινες ψηλές κάλτσες (τσερέπια), και το κοντό παντελόνι μας με τις τιράντες, παπούτσια τα ίδια που παίζαμε το τόπι. Και, ξεκινούσαμε για τις λειτουργίες των Παθών, για την εκκλησία, του ΑηΝικόλα στο Βυτουμά στο κοντινό χωριό. Και, ακούγαμε τους ψάλτες, και ψάλλαμε, συνήθως μου μου μου.. Και, κάναμε το θρησκευτικό μας καθήκον, όπως λέγανε οι μεγαλύτεροι. Και, αργά, κατά τις 8, δι ευχών, και κατηφορίζαμε στις καλύβες, 1000 τόσα μέτρα μακριά. Ξερό ψωμί, και κρεμμύδι, και ψόφιοι στην κούραση της ημέρας, μας έπαιρνε ο ύπνος πριν ακόμη πέσουμε στο χορταρένιο στρώμα. Τα όνειρα γλυκά, χωρίς άγχος, ανάλαφρα.

Και, περνούσαν έτσι, όμορφα, οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Πρωινό ξύπνημα, μαζί με το βιός, ύστερα ψωμί και φρέσκο κρεμμύδι, μετά ατελείωτο ποδόσφαιρο με το κίτρινο τόπι του Παληά, και διψήφια σκορ. Πλύσιμο στη βρύση στο Σταυρό.

Φορούσαμε τα στράνια τα καλά που είχαμε στην καλύβα και περπατούσαμε κάνα χιλιόμετρο ανηφόρα για να εκκλησία στον Αηνικόλα στο κοντινό χωριουδάκι του Βυτουμά, κάτω από τα θεόρατα πλατάνια και αγνάντεμα στα Μετέωρα, στην παλιά πέτρινη γέφυρα της Σαρακίνας, στη Θεόπετρα, στον καταγάργαρο Πηνειό, στους Αγίους Θεοδώρους, το χωριουδάκι της μάνας μου, στον απέραντο κάμπο με τις πάμπολλες αποχρώσεις του πράσινου, ανάλογα με τη σπορά, μέχρι το φρούριο στα Τρίκαλα και το κάστρο ψηλά στο λόφο στο Φανάρι Μαγούλα, δυτικά στον κάμπο προς την Καρδίτσα.

Και, έτσι, σαν αεράκι, κύλησε η Μεγάλη Εβδομάδα. Έφτασε το Μεγάλο Σάββατο. Βασίλευε ο ήλιος πίσω από την Τύρνα (σημερινή Ελάτη) στον Κόζιακα. Αρμέξαμε τα προβατάκια με τον πατέρα μου, βάλαμε μπόλικο νερό στις κοπάνες, καθώς και καρπό στα παχνιά για να φάνε και πιούνε για δύο μέρες, κλειστά στο γραίκι του μαντριού.

Ο πατέρας μου, μέσα, στη μέρα είχε σφάξει, γδάρει, και ετοιμάσει το πιο μεγάλο αποκομμένο αρνί, θηλυκό για να μη μυρίζει, το έβαλε στο μεγάλο δισάκι και το φόρτωσε στο άλογο μας, στον Παπατσέργα (προπάππος παππάς από τη γιαγιά μου) όπως το λέγαμε. Με έβαλε και μένα στα καπούλια, και πήραμε το δρόμο για το σπίτι μας στην Περιστέρα. Μαντρινειά, ποτάμι στο ύψος του βιρού του Παπά, που ήταν και μικρό συρμάτινο τελεφερίκ, Συρμα, όπως το λέγαμε, αερομεταφορά πάνω από το ποτάμι: φαγητά, γάλα, καρπός κλπ. Ποταμιά, Παληομυλος, και να στο σπίτι μας, ένα χιλιόμετρο δρόμος μέσα από σγκάρες, ποτάμι, ποταμιά και λόφους.

Μεγάλο Σάββατο, εσπέρα, 5 του Μάη, 1956. Ξεφόρτωσε ο πατέρας μου, πήδηξα κάτω από τα καπούλια του Παπατσέργα, χαρές μεγάλες η μάνα η Ρίνω, και η Γιαγιά η Θεοπούλα, φιλιά και αγκαλιές με τα αδέλφια που είχαν μείνει στο σπίτι. Η ρούγα πεντακάθαρη, φουκαλισμένη από άκρη σε άκρη, ο κήπος ολάνθιστος. Οι αρμοί στο πλακόστρωτο και στους πέτρινους τοίχους του σπιτιού φρεσκοβαμμένοι και κάτασπροι. Είχαν βάλει χέρι και ο Λάμπρος με τον Νίκο τα αδέλφια μου. Η Φανή η αδελφούλα μου ήταν μικρή.

Τα γυάλινα φτηνά βάζα (δεν υπήρχαν πλαστικά τότε) γεμάτα λουλούδια του αγρού. Μοσχομύριζαν. Τα καλαθάκια πάνω στην τάβλα του μαγειρειού, και στο τραπέζι της σάλας γεμάτα φρεσκοβαμμένα κόκκινα αυγά και πασχαλινά κουλουράκια.

Τα πασχαλιάτικα ρουχαλάκια μας (στράνια όπως τα λένε οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας), στο χέρι φρεσκοπλυμένα και σιδερωμένα, απλωμένα με σειρά στο μικρό καναπέ της σάλας. Τα δικά μου: σκούρο μπλε κοντό παντελόνι, ανοιχτό γαλάζιο σακάκι, το πουκάμισα μου το μπλε ποπλίνα, μακριές πλεκτές μάλλινες κάλτσες και σκαρπινάκια κόκκινα χειροποίητα από τον τσαγκάρη του χωριού τον μπάρμπα Βάιο Ρούντο (Κατόπης, ήταν το παρατσούκλι του),

Και, κουρασμένοι, μπανιαρισμένοι και ευτυχισμένοι όπως είμαστε, πήγαμε στη στρωμένη, με διπλή βελέντζα τα φλόκια κάτω, ψάθα και με τη σειρά: ο Λάμπρος, η Φανή, Εγώ και ο Νίκος στην άλλη άκρη. Η γιαγιά Θεοπούλα στο ντιβανάκι της, δίπλα. Και, σε λίγο ροχαλίζαμε δίκην χορωδίας. Πιο δίπλα στο ντιβανάκι της κουκουλωμένη στη μαύρη της βελέντζα η μανιά η Θεοπούλα κοιμόταν γαλήνια με την προσδοκία της ανάστασης του παππού μας Αναστάσιου, που 12 χρόνια πριν τόσο άδικα τον εκτέλεσαν οι Γερμανοί.

Και, με το πρώτο λάλημα των πετεινών, σηκώθηκε η μάνα, άναψε τη λάμπα πετρελαίου, καλημερούδια, καμάρια μου, εγερθείτε για την εκκλησία, χρυσό δοντάκι... Σηκωθήκαμε, νιφτήκαμε στον πράσινο νιπτήρα, έξω δεξιά στο μπαλκόνι, που από πάνω είχε και καθρέφτη με την 'ΚΑΛΗΜΕΡΑ' και φορέσαμε τα καλά μας απλωμένα από το βράδυ στον καναπέ.

Ένοιωθα πολύ όμορφα μέσα στα καλά μου. Πήρα και τη μεγάλη στολισμένη θαλασσιά λαμπάδα δώρο της νονάς μου Βαγγελής Παπακέμου από τη Σαρακίνα και νάτοι όλοι μαζί για τον ΑηΓιώργη πενήντα μέτρα πιο πέρα δίπλα στην αιωνόβια βελανιδιά τον Δέντρο όπως την λέγαμε.
Φαμίλιες- φαμίλιες καλοντυμένες με τα παιδιά τους σιωπηλά και αγουροξυπνημένα βάδιζαν προς την εκκλησία. Σιγά σιγά ο ξάστερος ουρανός έφεγγε. Σε λίγο γεμάτη η εκκλησία, ο προναόςς και ο γυναικωνίτης. Ο παπα-Στέφανος στα πρωτογιορτινά του άμφια. Οι ψάλτες ο Αχιλλέας, ο Θανασάκης με το παρατσούκλι δήμαρχος, ο δάσκαλός μας ο Γιώργος ο Βακουφτσής, όλοι μαύρα γαμπριάτικα κουστούμια. Γραβάτες δεν φορούσαν τότε, μόνο ο δάσκαλός είχε.

Όλα τα παιδάκια του δημοτικού γύρω από το δάσκαλο κοντά στο ψαλτήρι, όλα όμορφα ντυμένα, η Ελενίτσα με το κόκκινο της νονάς της, η Παναγιώτα με το κίτρινο φουστάνι, η Ανδριάνα με το πράσινο επίσης της νονάς ... αλλά εγώ στα μπλε μου με τα κόκκινα σκαρπινάκια, που με περίσσιο καμάρι μου αγόρασε η μάνα μου από το Σαράφη στα Τρίκαλα τη Μεγάλη Δευτέρα, ένοιωθα ότι ήμουνα ο πιο όμορφος και ψηλός, και κόρδωνα, μικρό
κυπαρισσάκι. Ύστερα από λίγους ψαλμούς, βγήκαμε έξω στον πλακόστρωτο περίβολο της εκκλησίας, γύρω γύρω, από τη βήμα της Ανάστασης.
Και να ξεπροβάλλει ο παπα-Στέφανος από την πύλη της εκκλησίας με τις τρεις μεγάλες λαμπάδες, Δεύτε Λάβετε το Ανέσπερο Φως... και η βαθιά πρωία έγινε μέρα με τις εκατοντάδες αναμμένες λαμπάδες. Και, μετά, μετά τον παππά, όλοι μαζί Χριστός Ανέστη.. και απλωνόταν ο ήχος της ψαλμωδίας δυνατά σε όλο το μικρό χωριό. Επαναλάβαμε το Χριστός Ανέστη τρεις φορές, εμείς τα μικρά πολύ δυνατά κουνώντας και τις λαμπάδες μας, και αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο και αλλάζαμε ασπασμούς.

Τα πουλιά στον Δέντρο και στα γύρω καταπράσινα κι ανθισμένα δέντρα άρχιζαν να κελαηδούν και να καλωσορίζουν τη μεγάλη μέρα, την Ανάσταση του Χριστού.

Το ανέσπερο φως απλωνόταν στον κάμπο, και ένας μεγάλος πολύ μεγάλος ήλιος, ολόχρυσος και πορτοκαλής ξεπρόβαλε πάνω από το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων στο μεγάλο βράχο, στην ανατολή στα Χάσια και οι ακτίνες του αντανακλούσαν απέναντι, στον καταπράσινο Κόζιακα από τα ριζά στο ποτάμι μέχρι στην κορυφή, στην Κίσσα..

Είχε σηκωθεί μια οργιά, ο ήλιος, ψηλά από το μοναστήρι. Μεταλάβαμε όλα τα παιδιά και οι πιο πολλοί μεγάλοι. Και, ανταλλάσσοντας ευχές και Χριστός Ανέστη ξαναγυρίσαμε στα σπίτια μας, όλα καινούργια, φρεσκοβαμμένα και πέτρινα γιατί είχαν κτιστεί μετά τον πόλεμο.
Ο πατέρας είχε προετοιμάσει από βράδυ την ψησταριά για το αρνί. Άναψε τη φωτιά και έβαλε τη σούβλα για ψήσιμο. Θα έπαιρνε τέσσερεις πέντε ώρες το ψήσιμο, ήταν και πολύ μεγάλο το αρνί. Κάτσαμε κάτω από το μπαλκονάκι του σπιτιού γύρω από το μεγάλο τραπέζι που σκόπιμα, για τη γιορτή, η μάνα μας, μαζί με τις καρέκλες το έβγαλε έξω.

Κολατσίσαμε, βούτυρο αγνό, τυρί, λουκάνικα φυλαγμένα μέσα στο λίπος από τα Χριστούγεννα, κόκκινα αυγά τσουγκρισμένα, ζεστό χωριάτικο ψωμί από το φούρνο μας και γαλατόπιτα. Αυτό αν ήταν μπρέκφαστ, δεν την ξέραμε τότε τη λέξη, μετά που την μάθαμε δεν ξαναείχαμε τέτοιο μπρέκφαστ. Πραγματικά πασχαλιάτικο.

Ο ήλιος ανέβαινε, ο Κόζιακας και τα Μετέωρα άστραφταν. Ζέστη, σαν καλοκαίρι στον κάμπο.
Βγάλαμε αφού τα καμαρώσουμε τα σακάκια μας. Και, αρχίσαμε ένας ένας να γυρίζουμε αργά τη βαριά σούβλα. Ο πατέρας βουτύρωνε που και που το αρνί για να μην ξεροψηθεί.

Μεγάλη η χαρά, και, Πάσχα, και διπλή γιορτή στη φαμίλια, γιόρταζαν τα δύο παιδιά, ο πρωτότοκος ο Λάμπρος και ο Βενιαμίν Τάσος. Και, κατά τις 12 είχε ψηθεί για τα καλά το αρνί, και κρέμονταν ροδοκόκκινες οι πέτσες, και πέφτανε τα σάλια μας.
Και, ξεπρόβαλλε στη ρούγα ο παππούς ο Γιώργος και η μανιά η Ελένη από τους Αγίους Θεοδώρους. Ερχόντουσαν κάθε Πασχαλιά για να γιορτάσουν τα παιδιά της πρωτότοκης Ρίνας τους, που 16χρονη πριν εικοσιδύο χρόνια, το 1934, την είχαν παντρέψει. Μεγάλη η χαρά, οι αγκαλιές και τα φιλιά από τους παππούδες μας. Ωραία άσπρα, χωρίς μανίκια, μάλλινα πλεκτά – από τα χέρια της γιαγιάς, πουλοβεράκια και στο Λάμπρο και στον Τάσο, τα δώρα. Παστέλι και λουκούμι στο Νίκο και στη Φανή.

Και, γέμισε το τραπέζι με αρνί, και σαλάτες από φρέσκα μαρούλια, κρεμμυδάκια κι άνιθο από τον μεγάλο κήπο μας. Και τυριά δικά μας, και, κόκκινα αυγά για να τσουγκρίσουμε και να ευχηθούμε. Τα πήλινα πιατάκια γεμάτα καργωμένα. Πανευτυχής, αν και κατάκοπη, η μάνα, έναν έναν ξεκινώντας από την πεθερά Θεοπούλα, τη μάνα της Ελένη, τον παππού Γιώργο, τον πατέρα μας Κώτσο... μας σέρβιρε στα μεγάλα πήλινα βαθειά πιάτα την καυτή μαγειρίτσα.

Πάτερ ημών εν τοις ουρανοίς, ο παππούς, το σταυρό μας και το πασχαλιάτικο γεύμα αρχισε. Η σαρακοστιανή νηστεία, η περίσσεια νοστιμάδα μαζί με την αφθονία έδωσαν ανταγωνισμό, ιδιαίτερα στα παιδιά, ποιός θα φάει περισσότερο. Οι μεγάλοι άδειαζαν γρήγορα τα ποτήρια του κρασιού με το σπιτίσιο αγνό κοκκινέλι. Εμείς οι μικροί λόγω της ημέρας πίναμε λεμονάδα Κλιάφα. Το ραδιόφωνο των Ενόπλων Δυνάμεων των Ιωαννίνων έπαιζε τα καλύτερα διαλεγμένα πασχαλιάτικα δημοτικά.

Και, να! ο παππούς μου Σκρέκας- βλέποντας την πρωτότοκή του ‘την βοσκοπούλα’ με τα εορτάζοντα εγγόνια του στο δικό τους σπίτι- μεράκλωσε και άρχισε να τραγουδά πολύ ωραία (τραγουδούσε, ακόμη, και στους γάμους και στα πανηγύρια) με το σιγοντάρισμα του Λάμπρου (τον ζηλεύαμε όλοι οι μικροί γιατί τραγουδούσε ωραία) ένα ωραίο τραγούδι της τάβλας: ‘’Μωρέ, του Κίτσου η μά- μωρέ η μάνα κάθουνταν/στην άκρη στο ποτάμι,/με το ποτά- μωρέ ποτάμι μάλωνε/Με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε…’’

Το κέφι ανέβηκε με το τραγούδι: ‘Ένας πασάς διαβαίνει κι άλλος έρχεται/Στα Τρίκαλα πηγαίνουν, μες στον κασαμπά./Στα Τρίκαλα πηγαίνουν, μες στον κασαμπά,/γυρεύουν τους γερόντους τους Τρικαλινούς, και όλοι μικροί και μεγάλοι επάνω και χόρευαν, με πολύ χαρά, στη ρούγα.
Και, τρώγοντας, και πίνοντας, και χορεύοντας, η μάνα μας έφερε των ωραία γαλατόπιτα σαν γλυκό και καφεδάκι ελληνικό στους μεγάλους και έκλεισε το πασχαλινό τραπέζι. Και, έφτασε καλό μεσημέρι, γύρω στις δύο, εκτίμηση από τον ήλιο.

Μπροστά από το δρόμο άρχισαν να κατεβαίνουν, με μεγάλο κέφι και χαρά και χορτάτοι, προς την πλατεία, στον περίβολο του σχολείου και της εκκλησίας όλοι οι χωριανοί με τα παιδιά και τα εγγόνια.

Από την άλλη μεριά, ξεπρόβαλλαν άλλοι, μπροστά η μουσική κομπανία της Περιστέρας, ο Βασίλης ο Απόχας με το λαγούτο και τραγουδιστής, ο Σπύρος (Μπίλιος) Απόχας ο αδελφός του βιολί και ο Μήτσος ο Μάμαλης από το Μέρτσι (Κεφαλόβρυσο ) κλαρίνο. Και, έπαιζαν το μπεράτι: ‘’Μπαίνω μες στ’ αμπέλι, μπαίνω μες στ’ αμπέλι/μπαίνω μες στ’ αμπέλι σα νοικοκυρά,/μωρ' σα νοικοκυρά΄΄.
Και, τραγουδώντας και χορεύοντας, σιγά, σιγά γέμισαν την πλατεία, πολύς, μα πολύς κόσμος, και πάνω από τριακόσιοι.

Και, να με την Παπαλάμπραινα.. ‘στου Παπαλάμπρου την αυλή,/στου Παπαλάμπρου την αυλή,/είναι μια μάζεψη πολλή.’ Όλοι επάνω στο χορό. Τέσσερεις γύρους , ο δάσκαλος με τα παιδιά του δημοτικού, ο παπα-Στέφανος με τους γερόντους και πρεσβύτερους, οι γυναίκες και οι άντρες.
Και όταν ο Βασίλης ο Απόχας, με το λαγούτο του άρχισε να τραγουδάει:
Δεν μπόρεσα Νταλιάνα μου δεν μπόρεσα να βρω καμιά,/ δεν μπόρεσα να βρω καμιά σαν τη δική σου εμορφιά.... Ωρ’ Νταλιάνα μου ωρ’ Νταλιάνα μου,/ωρ’ ‘σύ μ’ έφαγες τα νιάτα μου.

Να ο πατέρας και η μάννα, επάνω, όμορφοι, στητοί, ευτυχισμένοι (εκείνος 48, εκείνη 38 και είχαν 22 χρόνια παντρεμένοι) να χορεύουν με καμάρι και περηφάνεια. Δεν τους είχαμε δει (ούτε τους ξανάδαμε) ποτέ έτσι. Εμείς τα μικρά σηκωθήκαμε και πιαστήκαμε στο τέλος ακολουθώντας τους τα βήματα του τσάμικου, πολύ αγαπημένου στα Τρίκαλα. (ΕΔΩ!) .

Και, ύστερα, όλοι μα όλοι οι χωριανοί, επάνω, και οι παππούδες μερακλωμένοι … ‘’Καραγκούναπάει στη βρύση/ το σταμνί της να γιομίσει./Κάντε πέρα να περάσω/ το χορό σας μη χαλάσω./ Καραγκούνα καραγκούνα/με σαγιά και με σιγκούνια" (ΕΔΩ!)
Και μεγάλο το κέφι, πολλή η αγάπη, ολοι τραγουδούσαν και χόρευαν.


Ατέλειωτη η χαρά και σιγά σιγά έκλεινε η μεγάλη πρώτη Πασχαλιάτικη μέρα σουρωμένοι με ευτυχία, με γαλήνη, με αγάπη.
Και, την άλλη μέρα θα συνεχιζόταν το γλέντι, με το Πανηγύρι του Αηγιώργη, του πολιούχου και κόσμο από όλα τα κοντινά και μακρύτερα χωριά, ακόμη και από την Καλαμπάκα και τα Τρίκαλα.
Θα γιορτάζαμε και τον παππού μας τον Γιώργο.


Αυτή ήταν η Πασχαλιά της 6ης Μαΐου του 1956.
Από τότε γιόρτασα πολλές φορές το Πάσχα και τη γιορτή μου (πάνω από 65), σε πάνω από 20 σπίτια και 15 πόλεις και πέντε χώρες.
Ωστόσο, ΠΟΤΕ μα ΠΟΤΕ δεν έζησα τόσο: ευτυχισμένη, οικογενειακή, χαρούμενη, χορτάτη, ολοκληρωμένη Πασχαλιά ---!
ΠΟΤΕ μα ΠΟΤΕ δεν έκανα ΤΕΤΟΙΑ Πασχαλιά!


Αναστάσιος Μπασαράς
Απρίλιος 23/4/2022

Μεγάλωσα «παραδοσιακά».
Έμαθα να κάνω το σταυρό μου «σαν καλό παιδάκι» όταν μπαίνω στην Εκκλησία, να παρακαλάω τον «καλό Θεούλη» να μας έχει όλους καλά και κάποια τέτοια ακόμα.
Μέχρι εκεί.
Άντε και μια βάφτιση, κοινώνησα και τρεις φορές κι έκανα κι έναν θρησκευτικό γάμο -αν κι αυτόν τον έκανα ως κάτι μεταξύ του «τι θα πει ο κόσμος» και «να σε δω να κατεβαίνεις με το νυφικό τα σκαλιά της εκκλησίας κι ας πεθάνω» της μάνας μου- τίποτα το παράλογο...
Παράδοση ναι, θρησκευτική υστερία όχι.
Δεν κάνουμε σταυρό πριν το φαγητό, εκτός απ’ όταν τρώγαμε στο μοναστήρι που ήταν ηγουμένη η συγχωρεμένη η θεία μου, για να μην κακοκαρδιστεί.


Δεν τρέχουμε στις εκκλησιές παρά μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή και την Ανάσταση (εγώ φοβάμαι τα βεγγαλικά και δεν πάω ούτε τότε) και γενικώς, τηρούμε μεν τα παραδοσιακά χριστιανικά ιδεώδη, αλλά με τρόπο καθαρά εθιμικό.
Αυτό διόλου δεν μας εμπόδισε ποτέ από το να κάνουμε και διάφορα άλλα «πράματα του Σατανά», όπως να διαβάζουμε το ζώδιό μας, να κάνουμε προγαμιαίο σεξ, να βρίζουμε ως λιμενεργάτες όταν χρειάζεται και να μουτζώνουμε όταν οδηγούμε, που όλα αυτά εμπίπτουν επίσης στο παραδοσιακό εθιμικό της χώρας, ακριβώς όσο και το βάψιμο των πασχαλιάτικων αυγών!
Πολλές φορές, μεγαλώνοντας, αναρωτήθηκα τι είναι εκείνο που λένε «Πίστη» και πάντα κατέληγα να υμνώ την «Επιστήμη», προτιμώντας να πάω με εκείνα που βλέπω και καταλαβαίνω, παρά με εκείνα που υπάρχουν μεν, αλλά δεν τα βλέπω και ακριβώς το ότι δεν τα βλέπω πρέπει να ενισχύει, λέει, τη βεβαιότητα ότι υπάρχουν, μία άποψη που την έβρισκα πάντα εξαιρετικά τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά.
Αυτές τις παραδοχές τις άφηνα για τη γιαγιά μου.
Λάτρευα όμως τη γιαγιά μου και δεν θα της χαλούσα ποτέ την καρδιά, φέρνοντάς της αντίρρηση σε κάτι τόσο σημαντικό για εκείνη, διότι εμένα καθόλου δεν μου ήταν.
Έτσι έμαθα να λέω «Δόξα τω Θεώ» και «Παναγίτσα μου, βόηθα» και ποτέ δεν με πείραξε που τα έλεγα, όπως φαντάζομαι πως δεν θα με πείραζε κι αν δεν τα έλεγα…
Μ’ άρεσε να διαβάζω για πολλά που συνήθως κατέληγαν να εναποθέτουν τη λύση τους στην «Πίστη», αλλά και για όλα εκείνα που μιλούσαν για την απεραντοσύνη του διαστήματος, τους κόσμους που υπάρχουν εκεί έξω, μακριά ή παράλληλα απ’ το δικό μας κι έμενα να κοιτώ με θαυμασμό τα τεράστια δημιουργήματα, που είναι πέρα απ’ τη δική μου λογική, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω ποιος, πότε και γιατί τα έφτιαξε και με ποιο σκοπό με έφερε κι εμένα, σε συγκεκριμένη εποχή, τοποθετώντας με σαν πιόνι σε σκακιέρα.
Δεν μπορεί, έλεγα, κάποια ανώτερη δύναμη θα υπάρχει, ανώτερη από αυτό που μπορώ να καταλάβω. Δεν ξέρω γιατί τη φωνάζουνε Θεό, δεν ξέρω με τι ακριβώς μοιάζει, αλλά φαίνεται να ελέγχει τα πάντα. Ή τουλάχιστον, εκείνα τα πάντα που εγώ δεν μπορώ να εξηγήσω.
Αλλά πάλι, δεν ήθελα στ' αλήθεια να είμαι ένα κοντόμυαλο ανθρωπάκι και να εναποθέτω τις ελπίδες μου σε κάτι άγνωστο και άπιαστο. Ιδίως όταν όλοι γύρω μου είχαν προχωρήσει εποχή και τούτη η εποχή έχει άλλα προστάγματα.
Κατέληξα να λέω πως έχω καιρό μπροστά μου ακόμα και πως το «ζήτημα της Πίστης, προσωπικά, δεν το έχω λυμένο».
Αυτή ήταν μια καλή απάντηση, που με έβγαζε απ’ τη δύσκολη θέση, κάθε φορά που κάποιος με ρωτούσε αν πιστεύω… Άλλωστε, παραδέξου, ήταν ανόητη και ως ερώτηση. Ήταν σαν να με ρωτούσε αν μου αρέσουν οι μπάμιες και κάπου, στο βάθος του μυαλού μου, νομίζω πως τούτα τα δύο δεν είναι και πολύ σχετικά, για να μπορούν να απαντηθούν εξίσου, με ένα απλό «ναι» ή ένα «όχι».
Καλή απάντηση λοιπόν και διπλωματική. Όταν χρειάζεται να τη δώσεις σε άλλους.
Αλλά όταν αναρωτιέσαι εσύ;
Εκεί διπλωματίες δεν χωρούν, γιατί –πίστεψέ με- δεν έχει βρεθεί ακόμα ασφαλής κρυψώνα από τον εαυτό μας…
Πώς να κρυφτώ απ’ όσα συνωμότησαν οι «συμπτώσεις» στη ζωή μου;
Και πώς αλλιώς άραγε να τις πω;
Δεν έκανα αμέσως παιδί.
Αυτό, για τα δεδομένα της εποχής της γιαγιάς μου, που ήθελε το ζευγάρι τη μία μέρα να παντρεύεται και την επόμενη να γεννοβολάει αράδα, ήταν εξωφρενικό.
Επέμενε λοιπόν, να πάω να φάω το μήλο της Αγίας Ειρήνης (της Χρυσοβαλάντου, μην ξεγελαστείς και πας αλλού), διότι είναι θαυματουργό και όλες όσες το τρώνε, λέει, μένουν έγκυες.
«Καλά, καλά», της έλεγα, «θα πάω».
Τι κόστιζε να την έχω ευχαριστημένη; Πήγα μαζί της και το έφαγα.
Ο πατέρας της κόρης μου τότε ήταν φαντάρος και φυσικά, δεν του είχα πει τίποτα περί της Αγίας Ειρήνης και των θαυματουργών μήλων της γιαγιάς.
Είναι να τα λέμε και παραέξω τώρα αυτά;
Τη γιαγιά μου ευχαριστημένη ήθελα, όχι να με νομίζει ο άντρας μου αλαφροΐσκιωτη!
Γυρίζει, λοιπόν, με την τελευταία μεγάλη άδεια απ’ το στρατό, παραμονές Χριστουγέννων ήτανε, λίγο πριν απολυθεί και μου λέει:
«Ήθελα να βοηθήσω ένα φαντάρο που είναι ορφανός και δεν έχει κανέναν να τον φροντίζει. Αυτός λοιπόν, ζωγραφίζει εικόνες. Ε, είπα, μέρες που είναι, ας πάρω μια εικόνα, για να του δώσω λίγα χρήματα, αλλά δεν βρήκα κάποια σχετική με τα ονόματά μας και πήρα τούτη εδώ, γιατί μου φάνηκε πιο όμορφη απ’ όλες τις άλλες…».
Ήταν η Αγία Ειρήνη, όμορφη στ’ αλήθεια κι όταν την είδα χαμογέλασα στη θύμηση της γιαγιάς μου και στη σύμπτωση, αλλά πάλι, την ιστορία δεν του την είπα.
Τρεις μέρες μετά, είχα μείνει έγκυος…
Ξαναθυμήθηκα τη γιαγιά μου και την Αγία Ειρήνη, όταν –μετά τη γέννα- κινδύνευσε η κόρη μου. Εκεί αποφάσισα πως θέλω να ζητήσω βοήθεια από κάτι που ήταν πιο πάνω από μένα. Κι είπα πως, αν το μικρό μου γίνει καλά, θα βγάλω το όνομά της. Το είπα, όπως το λέει κάθε τελευταία, άσκεφτη κι απαίδευτη γυναικούλα, που εναποθέτει τις ελπίδες της σε κάτι που δεν καταλαβαίνει, με αντάλλαγμα την ελπίδα πως το παιδί της θα σωθεί.
Το μωρό μου ταλαιπωρήθηκε, αλλά έγινε καλά…

Πολύ καιρό μετά που είχα παρατήσει το πανεπιστήμιο, αποφάσισα να ξανακαθίσω στα φοιτητικά έδρανα. Κάθε φορά που πήγαινα λοιπόν να δώσω μάθημα στη σχολή, περνούσα έξω από μία εκκλησία, εκεί στην Ακαδημίας. Δεν ήξερα ποια εκκλησία είναι, δεν είχα μπει ποτέ μου μέσα. Μέσα απ’ το τρόλεϊ που με πήγαινε στη σχολή όμως, ψιθύριζα μια έκκληση για βοήθεια στο μάθημα που πήγαινα να δώσω. Πέρασα κάθε μάθημα που έδωσα και μάλιστα, με καλό βαθμό –και δεν το άξιζα πάντα.
Μια μέρα που έτυχε να είμαι εκεί κοντά ποδαράτη, λέω δεν μπαίνω να δω πώς είναι μέσα;
Μπήκα ως επισκέπτρια, ως τουρίστρια -δεν ντρέπομαι να πω.
Ήταν η Παναγία της Ζωοδόχου Πηγής.
Κάθισα μέσα πολύ ώρα. Δεν έκανα τίποτα, δεν σκεφτόμουν τίποτα. Βγήκα ως μπήκα και τίποτα δεν είχε αλλάξει.

Για πολλά χρόνια συνεχόμενα, πήγαινα διακοπές στον Πόρο.
Το λατρεύω ετούτο το νησί, ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί και πώς προέκυψε ετούτη η ξαφνική αγάπη, όμως σαν κάτι να με τραβάει κοντά του.
Άκουγα για μια περιοχή του, που λεγόταν Μοναστήρι.
Δεν είχα πάει ποτέ στα τόσα χρόνια διακοπών μου εκεί. Δεν πάω σε εκκλησιές στις διακοπές μου, δεν τις έχω τουριστικό αξιοθέατο.
Ένα καλοκαίρι, πήγα στον Πόρο με τη μάνα μου και, ικανοποιώντας περισσότερο την περιέργειά της, ανέβηκα ως εκεί πάνω. Έφτασα για να μάθω πως ήταν το φημισμένο Μοναστήρι της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής…

Ήταν τη δεύτερη φορά που επισκεπτόμουν τη Ζάκυνθο.
Χάζευα τη θέα απ’ τη Μπόχαλη και στο εκκλησάκι δίπλα μου, γινόταν ένας γάμος.
Την πρώτη φορά που είχα πάει, είχα βρεθεί και πάλι εκεί, δίπλα του, αλλά δεν βρήκα κανένα λόγο να μπω, γιατί δεν πάω σε εκκλησίες στις διακοπές μου!
Τώρα, με μία μικρή δόνηση, συνηθισμένη στο νησί, έσπασαν οι δύο ανθοστήλες που κρατούσαν τα λουλούδια της νύφης. Μου τράβηξε την προσοχή ο θόρυβος και η ταραχή των καλεσμένων, που ζήτησαν βοήθεια γιατί το κούνημα ήταν μεγάλο και τρέξαμε όλοι να σώσουμε το γάμο, κάνοντας τον εαυτό μας συμμέτοχο θέλαμε δεν θέλαμε στην τελετή. Περιέργεια καθαρή, κάτι που μ’ αρέσουν κι οι γάμοι...
Ήταν η «Παναγία της Ζωοδόχου Πηγής», το πιο όμορφο εκκλησάκι που έχω δει...

Στις πόσες φορές σταματάει η «σύμπτωση» να είναι σύμπτωση;
Ή δεν υπάρχει κανείς που να μετράει;

Από όταν συνέβησαν όλα αυτά, τα απολύτως τυχαία γεγονότα, πέρασαν πολλά χρόνια και πολλές καμτσικιές πάνω απ’ την πλάτη μου.
Βρέθηκα κι εγώ στη δύσκολη θέση όλων εκείνων που αναζητούν την ηρεμία και τη γαλήνη σε κάτι που είναι πάνω απ’ αυτούς, σε κάτι που δεν ξέρουν. Όπως λένε, «ό,τι κοροϊδεύεις το λούγεσαι».
Δεν ξεφεύγει κανείς από αυτή τη μεγάλη, κρητική αλήθεια…
Δεν μπορώ, ούτε και θέλω να κρυφτώ: Κάθε φορά που τα ζόρια με πνίγουν, κάθε φορά που τρώω άλλη μία καμτσικιά, άμα με ψάξεις, θα με βρεις εκεί, στην Ακαδημίας, μέσα στην Εκκλησία.
Κάθομαι σε ένα συγκεκριμένο στασίδι πάντα, που μου επιτρέπει να κοιτάζω την εικόνα από μακριά. Δεν παρακαλώ για τίποτα, ούτε ευχαριστώ για τίποτα. Κάθομαι εκεί μόνο και κλαίω, σαν να μου ανοίγει ένα χεράκι τη βρύση των ματιών μου.
Μετά φεύγω, μέχρι την επόμενη φορά που θα ζοριστώ…

Έπειτα, είναι και η φίλη μου.
Εμφανίστηκε κι αυτή, ως άλλη σύμπτωση, στο δρόμο μου, σε μια πολύ δύσκολη για μένα εποχή. Είναι ζωηρή και φασαριόζα, αγαπάει τους ανθρώπους και την οικογένεια κι, ενώ δεν με βλέπει συχνά, ξέρω πως μ’ έχει στην έννοια της.
Έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή μου με τις υποδείξεις της, αλλά είναι υπεύθυνη –ακριβώς εξαιτίας αυτών- για την πιο μεγάλη ευτυχία που έχω ζήσει και μάλιστα, όταν δεν την περίμενα ποτέ.
Έχει κάτι απ’ τη φροντίδα της γιαγιάς μου για μένα, φέρνει πάνω της όλα τα στερεότυπα που εκείνη άντεξε να αποδεχτεί από τη δική της τη γιαγιά, δεν έχει καμιά αμφιβολία για το πώς ακριβώς πρέπει να είναι τα πράγματα καμωμένα, δεν θα ησυχάσει αν δεν με δει «να κατεβαίνω –και πάλι-με νυφικό τα σκαλιά της εκκλησίας», έχει μεγάλη αγάπη για τα μήλα και πίστη στους προστάτες αγίους που τα χρησιμοποιούν και δεν πιστεύει στις συμπτώσεις, διότι θεωρεί ότι όλα μας τα στέλνει ο «καλός Θεούλης» και άρα καλώς είναι καμωμένα…

Όχι, το ζήτημα της Πίστης δεν το έχω λυμένο ακόμα κι αυτή δεν είναι μια διπλωματική απάντηση για να σε ξεφορτωθώ, είναι η μόνη αλήθεια που ξέρω.

Θα συνεχίσω να αγαπώ την Επιστήμη και να πιστεύω στις μεγάλες ανακαλύψεις της.

Θα συνεχίσω μάλλον να κοροϊδεύω όλους εκείνους που τρέχουν γονυπετείς και αλλόφρονες σε κάθε θρησκευτική δοξασία. Ίσως γιατί έχω δει και τα εγκλήματα που γίνονται στο όνομα του Θεού, ενός Θεού που, αν υπάρχει, δεν τα έχει ζητήσει από κανέναν…

Θα προτιμώ πάντα την Αγάπη, το σιγουράκι μου…

Τη γέφυρα ανάμεσα σε αυτά τα δυο, αφού η Πίστη τη διδάσκει και η Επιστήμη την προϋποθέτει…

Αλλά μέχρι η ψυχή μου να ξεκαθαρίσει και να πάψει να αναζητά τα σίγουρα γιοφύρια...

…κράτησα το λόγο μου κι ονόμασα την κόρη μου Ειρήνη –μαζί με το άλλο όνομά της -κι από τότε, έχω πάντα εκείνη την όμορφη εικόνα στο δωμάτιό της, θεωρώντας πως είτε άγγελος, είτε αγία, είναι δίπλα της, σαν κάτι πιο μεγάλο από μένα, που θα την προσέχει πιο πολύ απ’ όσο εγώ μπορώ…

Και η φίλη;
Εκείνη τη φίλη που ήρθε ξαφνικά στη ζωή μου, μια εποχή που δεν είχα ελπίδα… όσο σύμπτωση κι αν μοιάζει… τη λένε Ζωή…

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Κέντρο Αριστείας «Ακρόπολις», πιστό στις δεσμεύσεις του, αλλά και σε αυτό που θεωρεί ιστορική υποχρέωσή του, εξέδωσε βιβλίο∙ μια τεκμηριωμένη καταγραφή και επέκταση των εργασιών της επιτυχημένης Ημερίδας που είχε διοργανώσει, με αφορμή τη συμπλήρωση των 50 ετών απ’ την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974. 

Το βιβλίο φέρει τον τίτλο: «Κύπρος 1954-1964-1974-2024: Γεγονότα, Κρίσεις, Εισβολή-Κατοχή, Μνήμες, Σχέδια Επίλυσης, Ευκαιρίες και Λάθη, Εξελίξεις και Προοπτικές».

Σε αυτό περιλαμβάνονται οι εισηγήσεις κορυφαίων Ακαδημαϊκών, Πολιτικών και Στρατιωτικών, οι οποίες προσέφεραν μια σφαιρική και διαφωτιστική ανάλυση του ζητήματος. Μεταξύ των βασικών αξόνων των παρουσιάσεων συγκαταλέγονται:

  • Ιστορική Ανάλυση
  • Πολιτική Ακτινογραφία
  • Διεθνής Στάση
  • Στρατιωτικές Επιχειρήσεις και Μνήμες
  • Προοπτικές Επίλυσης

 Με την πληρότητα και την αντικειμενικότητα των αναλύσεων, φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο για την εμβάθυνση της γνώσης γύρω από το Κυπριακό ζήτημα και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης.

 Για την παρουσίαση αυτού του πρωτότυπου βιβλίου, το Κέντρο Αριστείας «Ακρόπολις» διοργανώνει μία πρώτη γνωριμία, την Δευτέρα 20η Απριλίου, στις 18:00. στην Αίθουσα Τιμών Τελετών, της Λέσχης Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων.

Τον συντονισμό της εκδήλωσης θα έχει η δημοσιογράφος κα Εμυ Κροκίδη.

Χαιρετίζουν οι κ.κ. Αν. Μπασαράς και Κ. Χατζηαναστασίου.

Το βιβλίο παρουσιάζουν οι: Άγγελος Συρίγος, Κυριάκος Κενεβέζος, Μαρία Γιαννακάκη και Δημόκριτος Ζερβάκης.

Η εκδήλωση της βιβλιοπαρουσίασης τελεί υπό την Στήριξη των Ενώσεων των Αποστράτων Αξιωματικών των Ε/Δ.

Αναστάσιος Μπασαράς, Πρόεδρος, Κέντρο Αριστείας Ακρόπολις  

Εκδήλωση μνήμης προς τιμήν του αντιπτέραρχου (Ι) Παναγιώτη Καραγιάννη, πραγματοποιήθηκε,  το Σάββατο 28 Μαρτίου, παρουσία του αρχηγoύ του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (ΓΕΑ) αντιπτέραρχου (Ι) Δημοσθένη Γρηγοριάδη, και ως εκπρόσωπου του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), στρατηγού Δημήτριου Χούπη, στην 128 Σμηναρχία Εκπαίδευσης Τηλεπικοινωνιών – Ηλεκτρονικών (128 ΣΕΤΗ).

Όπως ανακοινώθηκε από το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας (ΓΕΑ), στην τελετή παραβρέθηκαν μέλη της οικογένειας, ο δήμαρχος Βάρης – Βούλας -Βουλιαγμένης Γρηγόρης Κωνσταντέλλος, εκπρόσωποι των τοπικών πολιτειακών και θρησκευτικών αρχών, εκπρόσωποι των αρχηγών των Γενικών Επιτελείων Στρατού (ΓΕΣ) και Ναυτικού (ΓΕΝ) καθώς και των Σωμάτων Ασφαλείας, επίτιμοι αρχηγοί ΓΕΕΘΑ, ΓΕΑ, ΓΕΝ και Τακτικής Αεροπορίας, ο πρόεδρος της Αθηναϊκής Λέσχης, σμήναρχος ε.α. Κυριάκος Κουκουλομμάτης, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Αποφοίτων Σχολής Ικάρων, αντιπτέραρχος (Ι) ε.α. Γεώργιος Γερούλης και ο αντιπρόεδρος και μόνιμος εκπρόσωπος του Ιδρύματος «Ίκαρος» Δημήτριος Κόλιας.

Ο αντιπτέραρχος (Ι) Παναγιώτης Καραγιάννης εισήχθη στη Σχολή Ικάρων το 1937 και ονομάστηκε ανθυποσμηναγός το 1940. Αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του αντιπτέραρχου το 1972. 

Ήταν ο εμπνευστής, ο εισηγητής και ο κύριος συντελεστής τής ιδρύσεως και λειτουργίας της Σχολής Τηλεπικοινωνιών – Ηλεκτρονικών στο Καβούρι, στις 14 Ιανουαρίου 1952, την ονομαζόμενη τότε, Σχολή Συνεννοήσεως «Σ» και μετέπειτα 128 ΣΕΤΗ.

Υπήρξε ο γηραιότερος βετεράνος αεροπόρος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τελευταίος χειριστής της 13ης Μοίρας Βομβαρδισμού.

Απεβίωσε την 19η Μαρτίου 2021.

Εξαιρετικός ήταν ο επιμνημόσυνος λόγος του υιού του Γεωργίου Καραγιάννη.

Σεβασμιοτατε, κυριε Αρχηγε του Γενικου Επιτελειου Αεροποριας και Εκπροσωπε του Α/ΓΕΕΘΑ, κυριοι εκπροσωποι των Αρχηγων των Γενικων Επιτελειων Στρατου , Ναυτικου, και Λιμενικου Σωματος, κυριε Αντιπεριφερειαρχα, κυριε Δημαρχε Βαρης- Βουλας- Βουλιαγμενης, κυριε Υπουργε και Επιτιμε Αρχηγε της Ελληνικής Αστυνομιας, κυριε Επίτιμε Α/ΓΕΕΘΑ, κυριοι Επιτιμοι Αρχηγοί του Γενικου Επιτελείου Αεροποριας , του Γενικου Επιτελειου Ναυτικου, και του ΑΤΑ, , κυριε Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσυνης , κυριοι Επίτιμοι Υπαρχηγοι ΓΕΕΘΑ, ΓΕΣ και ΠΣ, κυριοι Γενικοι Επιθεωρητες Στρατου , Αεροποριας και Λιμενικου Σωματος, κυριοι Πρόεδροι της Αθηναικης Λεσχης, της Πανελληνιας Ομοσπονδίας Στρατιωτικων , του ΣΑΣΙ ,της ΑΑΚΕ , κυριε Επίτιμε Πρόεδρε Εφετών, κυριε Προεδρε του Αναθεωρητικου Δικαστηριου, κυριε Γενικε Διευθυντα του ΥΠΕΘΑ, κυριε Διοικητα της 128 ΣΕΤΗ, κυριοι Πτεραρχοι, Ναύαρχοι, Στρατηγοί, συγγενείς και φίλοι του αείμνηστου Πτεράρχου (Ι) Παναγιώτη Καραγιαννη,

Η σημερινή επιμνημοσυνη δέηση γίνεται με την συμπλήρωση 5 ετών από την ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο αειμνηστος πτέραρχος και σηματοδοτεί για εμένα και την οικογένειά μου μια πολύ ιδιαίτερη και μοναδικη στιγμή , στιγμή γεμάτη τιμή και συγκίνηση,
Τιμή , γιατι στέκομαι μπροστά σε άξιους Έλληνες, Πατριώτες, , Αξιωματικούς , και οικογενειαρχες , των ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, όπου ο καθένας σας έχει την δίκη του πορεία και προσφορά στην Πατρίδα , ταγμένοι όλοι σας στο καθήκον, στερούμενοι πολλών οικογενειακών στιγμών , και που αποτελείτε το υγιέστερο κύτταρο της ελληνικής κοινωνίας.
Ένας τέτοιος αξιος πατριώτης, αξιωματικός και οικογενειαρχης , υπήρξε και ο αειμνηστος Πτέραρχος (Ι) Παναγιωτης Καραγιαννης, του οποιου εχω την τιμη να ειμαι υιος του.

Συγκίνηση, γιατί είναι η στιγμή όπου ένας υιος στέκεται μπροστά στην προτομή του Πατέρα του, με περίσσεια υπερηφάνια , προκειμένου να αποδωσει φορο τιμης στην ιστορική του μνήμη αλλά και στην πορεία και την προσφορά του στην Πολεμική Αεροπορία και την Πατρίδα, παρουσία των μονων αρμοδιων να αποδιδουν τετοιες τιμες, της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων και αποστράτων αξιωματιων.
Ο αεμνηστος Πατέρας μου υπήρξε μία ιδιαίτερη προσωπικότητα της Πολεμικής Αεροπορίας.
Γεννήθηκε στήν Αμυγδαλιά Δωρίδος , ένα ορεινό χωριό του νόμου Φωκιδος, στις 3 Μαΐου του 1917.
Εισήχθη εις την Σχολήν Ικάρων το 1937 και ονομάστηκε Ανθυποσμηναγός το 1940.
Ανήκει στην τελευταία προπολεμική σειρά της τοτε Σχολης Αεροπορίας και μετέπειτα Σχολης Ικαρων.
Ειδικοτης Ιπτάμενος και Τηλεπικοινωνιών – Ηλεκτρονικών.

Υπηρξε Αποφοιτος της,
1. Σχολής Ικάρων
2. Σχολής Γενικής Εκπαιδεύσεως και Ειδικοτήτων.
3. Σχολής Πολέμου Αεροπορίας.
4. Τηλεπικοινωνιών – Ηλεκτρονικών (Αγγλική Σχολή)
5. Ειδικών ΄Οπλων (Γερμανία)
6. Επιτελών Αξιωματικών (ΗΠΑ)
7. Επιτελών Αξιωματικών (Γαλλία)
8. Ηλεκτρονικού Πολέμου (Αγγλία)
9. Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
10. Σχολης Ραδιοηλεκτρολόγου Α΄ του Υπουργείου Συγκοινωνιών

Ομιλουσε Αγγλικά – Γαλλικά – Ιταλικα
Υπηρξε,
- Πιλότος πολεμικών μοιρών εις ελληνοϊταλλικό πόλεμο 1940-41 και στη Μεση Ανατολη 1941-1944
- Τμηματάρχης Εκπαιδεύσεως Υπουργείου Αεροπορίας εν Κάιρο Αιγύπτου
- Διοικητής της Αγλλοελληνικής Σχολής Τ-Η εν Χελουάν Αιγύπτου
- Επιτελής της πρώτης μεταπολεμικής πτέρυγας στο Σέδες Θεσσαλονίκης
- Επιτελής Υπουργείου Αεροπορίας και Ανωτέρας Διοίκησης Αεροποριας
- Διευθυντης Τηλεπικοινωνιων – Ηλεκτρονικων και συστηματων ρανταρ στο Συμμαχικο Στρατηγειο AIRSOUTH στη Ναπολη Ιταλιας
- Διευθυντής Τηλεπικοινωνιών Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας
- Αρχηγός Α΄ Κλάδου Επιχειρήσεων
- Αρχηγός Β΄ Κλάδου Προσωπικού ΓΕΑ
-Διοικητής Σχολής Πολέμου Αεροπορίας
- Επιτελάρχης 31ου Αεροπορικού Αρχηγείου Εκπαιδεύσεως
-Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας
-Αρχηγός Τεχνικού Σώματος Αεροπορίας
- Γενικός Επιθεωρητής Αεροπορίας
Κατειχε τις κατωθη θέσεις σε Διεθνείς Οργανισμούς
1. Διευθυντής Ηλεκτρονικών του ΝΑΤΟ στο Στρατηγείο AIRSOUTH στη Ναπολη Ιταλίας
2. Μόνιμος Εθνικός Αντιπρόσωπος της Ελλάδος εις τους μεγαλύτερους Επιστημονικους και Τεχνικους Οργανισμους του ΝΑΤΟ και ΟΗΕ και συγκεκριμενα,
Συμβούλιο Αεροδιαστήματος AGARD (Παρίσι)
Κέντρο Ερευνών του ΝΑΤΟ - STC (Χάγη)
Ινστιτούτο Ερευνών Φον Κάρμαν – VKI (Γενεύη)
Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός – WMO (Γενεύη)
Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών – ΕΜCCC (Παρίσι)
Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μακρών Γραμμών – ΕLLA (Παρίσι)
Τεχνική Ομάδα της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ (Βρυξέλλες)
Παγκοσμια Επιτροπη Τεχνικης επι Μετεωρολογικων Μετρησεων και Υλικων AC/225 PANEL.
Υπηρξε,
1. Μέλος της Γεωδετικής και Γεωφυσικής Επιτροπής του Κράτους.
2. Πρόεδρος της Αερολέσχης Αθηνών
3. Πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Μακρών Τηλεπικοινωνιακών Γραμμων ΟΤΕ
4. Εκπαιδευτής στίς Σχολές Πολέμου Αεροπορίας και Εθνικής Αμυνας
5. Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών
6. Μέλος της Ελληνικής Αστροναυτικής Εταιρείας
7. Μέλος της Αεροπορικής Ακαδημίας Ελλάδος
8. Μέλος του Ινστιτούτου Διαβαλκανικών Σχέσεων.
9. Μέλος του Συνδέσμου Αποφοίτων της Σχολής Ικάρων
Συμμετείχε, σαν Εθνικος Αντιπροσωπος , σε πλέον των 100 διεθνών Συνεδρίων υψηλού επιπέδου , σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Εχει τιμηθει με τα κατωθη Παράσημα,
Ανώτερος Ταξιάρχης Φοίνικος,
Χρυσούς Σταυρός Γεωργίου Α΄ μετά Ξιφών
Ταξιάρχης Γεωργίου Α΄
Αργυρούς Σταυρός Φοίνικος μετά Ξιφών
Μετάλλιο Συνοδειών και Επιθ/κών Αναγν/σεων στη Μ.Ανατολή
Μετάλλιο Εξαιρέτων Υπηρεσιών στη Μέση Ανατολή
Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων 1941-1945
Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Α΄ Τάξεως
Αναμνηστικό Μεταλλιο Αλβανίας 1940-1941
Αναμνηστικό Μεταλλιο Μέσης Ανατολής 1941-1944
Με την κήρυξη του πολέμου τον Οκτωμβριο του 1940 τοποθετήθηκε σε πολεμική μοίρα με αεροπλάνα ΜΠΡΕΚΓΕΤ 19 και ΠΟΤΕΖ 63 στη Λάρισα , και μετείχε των επιχειρήσεων στο Αλβανικό Μέτωπο.
Τον Ιανουάριο του 1941 απεστάλη με μικρή ομάδα αξιωματικών της αεροπορίας , στη Βαγδάτη του Ιράκ , για μετεκπαίδευση στην εκεί αγγλική σχολή επί των σύγχρονων μεθόδων πτήσεως και επιχειρήσεων .
Αυτη η μικρή ομάδα των νεαρών ανθυποσμηναγών επάνδρωσε την πρώτη πολεμική μοίρα στο εξωτερικό , την θρυλική 13η μοίρα βομβαρδισμού και ναυτικής συνεργασίας, και αποτελεσε τον πυρηνα επανδρωσης των μετεπειτα 335 και 336 μοιρων διωξεως.
Μετά την παραλλαβη των νέων αεροπλάνων , εκτελεσε σαν χειριστης , την πρώτη πολεμική αποστολή με τα νέα πρώτοαφιχθεντα βομβαρδιστικά τύπου Bristol Blehnheim MKV, και συγκεκριμενα με το Ζ 7966 αεροσκάφος ,. στις 2 Μαΐου 1942 .
Εξετέλεσε πολλες επιχειρησιακές πολεμικες αποστολές με τη Μοίρα αυτή, αλλά η σπουδαιότερη ήταν ο επιτυχής βομβαρδισμός στις 20 Αυγούστου 1942, ενός γερμανικού υποβρυχίου στη θαλάσσια περιοχή έξω από το Τελ Αβίβ, με αποτέλεσμα , αυτό να υποστεί σοβαρή βλάβη , και να αναγκαστεί να αναδυθεί και να παραδοθεί στις εκεί Αγγλικές Αρχές.
Στις 7 Σεπτεμβρίου 1942 έρχεται στην Μοιρα συγχαρητήριο τηλεγράφημα με αριθμό πρωτοκόλλου 1691 , προς τον διοικητή της μοίρας επισμηναγό Ποργη , από τον Αγγλο Αρχιμαυαρχο Μεσογείου, για την επιτυχη προσβολή του γερμανικού υποβρυχίου , που αποτελούσε την μεγαλύτερη επιτυχία της μοίρας εως τοτε.
Επεσε με το αεροπλάνο δυο φορές στήν Ερημο, την πρωτη λογω βλαβης κινητηρα στις 19 Απριλιου 1942, και την δευτερη στις 18 Μαιου 1942 , κατα την οποια το αεροπλανο κυριολεκτικα διαλυθηκε, καταφερνοντας να βγαλει τον πολυβολητή εξω απο την τουρέλα , λιγο πριν την ανατιναξη του .
Ολα τα ανωτερω αναφερονται στόν τόμο Δ της επισημης Ιστορίας της Πολεμικής Αεροπορία αλλά και στο ιστορικο αρχειο του Πτεραρχου.

Στις 20 Φεβρουαρίου 1945 αποκτά και την ειδικοτητα Αξιωματικου Συνενοησεως και Μηχανικου ασύρματου.
Μετά το περας του πολέμου, στις 23/4/1948 αναλαμβάνει διευθυντής συνεννόησης ΓΕΑ/Α4 μετά από απόφαση του ΑΣΑ και του ΥΕΘΑ.
Μεταπολεμικά, ως Επιτελής του ΓΕΑ, συμμετείχε πολύ ενεργά στην Επιτελική Ομάδα του αναμορφωτή της Πολεμικής Αεροπορίας, Αρχηγού ΓΕΑ Κελαϊδή, η οποία σχεδίασε και οργάνωσε λίαν επιτυχώς τη μετάπτωση της Πολεμικής Αεροπορίας από τα ελικοφόρα στα Τζετ.
Ηταν ο πρώτος που μετεκπαιδεύτηκε στόν Ηλεκτρονικό Πόλεμο, σε Αγγλικές Σχολές, κατα την διαρκεια του ΒΠΠ, αλλα και μεταπολεμικα, και ενσωμάτωσε αυτόν, για πρωτη φορα , στήν Ελληνικη Πολεμική Αεροπορία.
Τυγχάνει ο εμπνευστής , ο εισηγητης, και ο κύριος συντελεστής της ιδρύσεως και λειτουργίας της Σχολής Τηλεπικοινωνιών – Ηλεκτρονικών στο Καβούρι, την ονομαζόμενη τότε , Σχολή Συνενοήσεως Σ, και μετέπειτα 128 ΣΕΤΗ, η οποία συνετέλεσε τα μέγιστα στο ραδιοηλεκτρικό εκσυγχρονισμό της Πολεμικής Αεροπορίας.
Στις 14 Ιανουαρίου 1952, ο τοτε Επισμηναγος Παναγιωτης Καραγιαννης , αποστελει ειδικό υπόμνημα προς τους αρχηγούς Α και Δ κλάδου , και επισημαίνει την επιτακτική ανάγκη δημιουργίας Σχολης Σ και κλάδου Τ-Η, αφού όπως υπογραμμίζει , η ΣΥΝΕΝΟΗΣΗ αποτελει την σπονδυλική στήλη όλων των συμμαχικων αεροποριών.
Στις 24/3/52 υποβαλλει την τελική εισήγηση για το Καβούρι , και διαβιβάζει λεπτομερή έκθεση για τα σχέδια ανέγερσης της νέας σχολής και με προοπτική την αύξηση του εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού από 250 σε 500 άτομα.
Τις 24 Απριλίου 1952 με την υπαριθμόν 11 απόφαση του ανώτατου συμβουλίου αέρος , αποφασιζεται η ίδρυση της σχολής στο Καβούρι .
Ενώ είχε εγκριθεί , απο την Αμερικανική Αποστολή, το κονδύλι των 10 δις δραχμών για τις Τηλεπικοινωνιες και τα ηλεκτρονικά της Πολεμικης Αεροποριας, ο Αμερικανος αρχηγός της Στραιωτικης Αποστολής , υπαναχωρεί και μειώνει το κονδύλι σε 3 δις δραχμες.
Έτσι στις 31/5/52 , ο τοτε Επισμηναγος (Ι) Καραγιαννης υποβάλλει γραπτως την παραίτηση του προς τους Αρχηγους Α και Δ κλάδων, από τη θέση του διευθυντή Σ , σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς την αμερικανική αεροπορική αποστολη, επειδη ανευ αιτιολογημένης έκθεσης, αφαιρεί το κονδύλι από την ΠΑ.
Η παραίτηση του δεν γίνεται δεκτή , και μετά από μεγάλες διαπραγματεύσεις και με το ακλόνητο επιχείρημα που θέτει ο ιδιος προς τους αμερικανούς , ότι εκείνοι δαπανούν το 1/3 του προϋπολογισμού της αεροπορίας τους για τα ηλεκτρονικά ενώ εκεινος τους ζητά το 1/30 του προϋπολογισμού για τα αντίστοιχα ηλεκτρονικά της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, εκείνοι κάμπτονται και ξεμπλοκάρουν όλο το κονδύλι χρηματοδοτησης.
Στις 25/9/53 ο υφυπουργος αεροπορίας Κ. Γυαλιστρας , με το υπ αριθμ 1234 εγγραφο του προς τον ΥΕΘΑ, τονίζει ότι χωρίς την ίδρυση της σχολής θα υπάρξει αδυναμία της αεροπορίας για την εκπαίδευση του προσωπικού στα συστήματα Τ-Η και ραντάρ , θα μειωθεί η παροχή ραδιοηλεκτρικών υλικών της αεροπορίας και της αεράμυνας από το ΝΑΤΟ, θα ελαττωθεί επικίνδυνα ο βαθμός
απόδοσης της αεροπορίας και θα υπάρξει αδυναμία των δικτύων ραντάρ Αεραμυνας και της τακτικής αεροπορίας, και ως εκτούτου μείωση της εθνικής ασφάλειας της χώρας.
Μετα απο πολλες δυσκολιες και εμποδια , το 1953, ο Αντισμηναρχος τοτε, Καραγιαννης Παναγιωτης , βαζει τον θεμελιο λιθο ιδρυσεως της Σχολης Σ.
Στις 11/3/55 ορίζεται ως ο πρώτος Ελλην Αξιωματικός ως Διευιυντης Τ-Η του Στρατηγείου AIRSOUTH του ΝΑΤΟ , στη Νάπολη Ιταλίας, όπου ο τοτε Α/ΓΕΑ Μαργαριτης , κοινοποιεί εγγραφο προς το Υπουργικό Συμβούλιο για την εθνική σημασία που έχει η κατάληψη της θέσης στο Συμμαχικό Στρατηγείο , απο Ελληνα Αξιωματικο, όπου αποφασίζονται οι εξελίξεις και τα σχέδια των Τηλεπικοινωνιών = ηλεκτρονικών και των Ρανταρ του ΝΑΤΟ.
Εκ της θέσεως αυτής εμελέτησε και εισηγηθηκε την υπό του ΝΑΤΟ , χρησιμοποιήση του τότε νεότατου και θεωρητικού ακομα , συστήματος επικοινωνίας δια τις τροποσφαιρικής διασποράς (tropospheric forward scatter).
Στις 19 Απριλίου 1958 ορίζεται ως Προεδρος της Εθνικης Επιτροπης Υπεραστικών Γραμμών Ελλαδος, ενω στις 23 Απριλίου 1958 με απόφαση του ΑΣΑ και του ΥΕΘΑ, αναλαμβάνει διευθυντής Συνενοησης Σ ΓΕΑ/Α4.
Είναι ο πρώτος που δίνει διαλέξεις στη Σχολή Πολέμου τον Φεβρουάριο του 1959 , ως ειδικος για Τ-Η σε επικοινωνίες εδάφους-εδάφους, αέρος-εδάφους, εντοπισμό εχθρικών στόχων σε ραντάρ, και κατευθυνόμενα βλήματα, ενώ το 1960 δίνει διαλέξεις στη Σχολή Εθνικής Αμυνης περί της αξιας των ηλεκτρονικών εξηγώντας ότι η μάχη της Αγγλίας κρίθηκε λόγω εντοπισμού από ραντάρ των γερμανικών αεροπλάνων, η μάχη στο Ελ Αλαμέιν κερδήθηκε λόγω εντοπισμού των γερμανικών πλοίων με καύσιμα και ανταλλακτικά , τον εντοπισμό του θωρηκτού Βισμαρκ και την βύθιση του , τη ναυμαχία στο Μιντγουει, και αλλά.
Παράλληλα υπήρξε εκπαιδευτής στη Σχολή Πολέμου Αεροπορίας το 1962 και 1963.
Τυγχάνει ο κύριος συντελεστής της δημιουργίας του συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου και Προειδοποιήσεως , το οποίο εκσυγχρονισθέν επιτυγχάνει σήμερα κατ΄άριστον τρόπο τις αναχαιτίσεις των τουρκικών αεροπλάνων, με κυριοτερο οτι ως Διευθυντής Τ-Η, μελετησε, σχεδιασε, οργανωσε, και εγκατεστησε ολο το δικτυο Ραντάρ της Ελλάδος .
Υπηρξε πρωτοπορος στην εισαγωγη και εγκατασταση της εννοιας του ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ [ Ρανταρ, ηλεκτρονικα αντιμετρα, κρυπτογραφηση, κατευθυνομενα βληματα, κλπ]. , στην Πολεμικη Αεροπορια.
Το 1961 σαν διευθυντής ΓΕΑ/Α4 , ενημερώνει με πολυσέλιδο υπόμνημα του μέσω του ΓΕΕΘΑ, τον Αμερικανό Στρατηγό διευθυντή του SHAPE, για την ολοκλήρωση υπό αυτόν της ασφαλείας των τηλεπικοινωνιών και κρυπτογράφησης, την δημιουργία σταθμών ραντάρ σε αεροδρόμια και βουνά,την αναβαθμιση ολων των τυπων αεροσκαφων της ΠΑ, στα ηλεκτρονικα τους , με την μεταπτωση των σταθμων τους απο VHFσε UHF, την εγκατασταση σταθμων TACAN σε ολα τα αεροσκαφη, και την αναβάθμιση του προγράμματος ηλεκτρονικού πολέμου.
Το 1964 αναλαμβανει Αρχηγος Α Κλαδου [ Επιχειρησεων ] του ΓΕΑ, και τον Ιούλιο του 1964 με εισηγητική του έκθεση προς το Ανώτατο Συμβούλιο Αεροπορίας [ΑΣΑ], ζητά την αγορά των νέων αεριωθούμενων F-110 η F4-C, των θρυλικών Φάντομς,για την Πολεμικη Αεροπορια, αφού ήταν από τούς πρώτους πού τα δοκιμασε , μαζί με Αμερκανούς χειριστές του Βιετναμ στίς ΗΠΑ. Σε πολυσελιδη εισηγητικη του εκθεση, γινεται συγκριση με το F 104 G, το οποιο ηταν φθηνοτερο, αλλα χωρις καμια συγκριση σε επιχειρησιακη ικανοτητα και δυναμη πυρος, και ζητα ακομη και την μειωση των 18 αεροσκαφων ανα μοιρα, προκειμενου να καλυφθει η διαφορα κοστους και να αποκτηση η ΠΑ εκεινο το υπεροπλο της εποχης.
Σαν επιτελάρχης 31ου ΑΑΕ, στις 5/5/66, δημιουργεί το γραφειο Ιστορίας της ΠΑ, για συγκέντρωση και διαφύλαξη των ιστορικών στοιχείων προς συγγραφή της Ιστορίας της Αεροπορίας.
Στις 14/5/66 , μαζί με τον Αρχηγό του 31ου ΑΑΕ συμμαθητή και συμπολεμιστή του αειμνηστο Πτεραρχο [ Ι ],Ιωάννη Αναγνωστοπουλο, καθιερώνουν την αλλαγή ονόματος από Σχολή Αεροπορίας σε Σχολή Ικαρων, προς πλήρη διαχωρισμό από τις υπόλοιπες Σχολές Αεροπορίας και καλύτερης διατήρησης της ορολογίας ΙΚΑΡΟΣ, με τμημα Ιπτάμενων και τμημα Μηχανικών.

Το 1967 αναλαμβανει Γενικος Διευθύντης της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας , και αναμορφωνει πληρως αυτην.
Στις 22 Ιανουαρίου 1969, ιδρύει έξι νέους μετεωρολογικούς σταθμούς ναυτικής επαγρυπνήσεώς σε Μήλο , Ψαρά , Ικαρία , Κάρπαθος , Λευκάδα, και Αντικύθηρα , προκειμένου να διατεθούν επαρκής πληροφορίες προστασίας στα διαπλεοντα πλοία της ελληνικής θάλασσας
Στις 12 Αυγούστου του 1969 εισηγείται, προς τον κύριο Υπουργο Εθνικης Αμυνας και τον Αρχηγό Αεροπορίας , και πετυχαινει με ειδικο υπομνημα του, την πληρη αναμορφωση της Μετεωρολογικης Υπηρεσιας, προκειμένου να εξυπηρετήσει και τους άλλους Εθνικους σκοπους , περαν του Αεροπορικου..
Ο Ομότιμος καθηγητής της Σχολης Ικαρων , Μετερεωλογος και φυσικός Στέφανος Παπαγιαννάκης , σε ομιλία το 1998 στην Ελληνικη Μετεωρολογικη Εταιρεια, κάνει ιδιατερη αναφορα στην περιοδο που ηταν γενικός διευθυντής της ΕΜΥ , ο Πτεραρχος Παναγιώτης Καραγιάννης , ως περίοδο μεγάλης ιστορικής σημασίας για την Υπηρεσία, όπου εξεπόνησε σχέδιο νομοθετήματος με το οποίο η ΕΜΥ , πηρε τη μορφή σύγχρονης επιστημονικής υπηρεσίας εφάμιλλης προς τις ξένες .
Σημειώνεται ότι παράλληλα με τα ανωτέρω καθήκοντά του, το 1969 ορίζεται ως Εθνικός Αντιπρόσωπος της Ελλάδος, στους μεγαλύτερους Επιστημονικους Οργανισμους του ΝΑΤΟ, και συγκεκριμενα , AGARD [ Advisory Group for Aerospace Research and Development ], STC [ Shape Technical Center ], VKI [ Von Karman Institute] , συμμετεχοντας σε όλες τις Συνεδριάσεις και Διεθνείς Συνοδούς των κρατών μελών του ΝΑΤΟ , και εκπροσωποντας την Ελλαδα και την ΠΑ , σε ολα τα μηκη και τα πλατη της γης.
Σε αποκλειστική δική του πρωτοβουλία οφείλεται και η διοργανωθείσα, για πρώτη φορά στην Ελλάδα , της 30ής Σύνοδος Δομών και Υλικων της AGARD, στο Ευγενίδειο Ιδρυμα , τον Απρίλιο του 1970 , και η οποια αναφερθηκε εκτενως , σε ειδικο αρθρο του περιοδικου ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΑ ΝΕΑ ΚΑΙ ΑΕΡΟΝΑΥΠΗΓΙΚΗ .
Από τον Ιουλιο του 1969 αναλαμβανει Γενικος Επιθεωρητής του Τεχνικου Σωματος της Αεροπορίας , ενω τον Σεπτεμβριο του 1969 αναλαμβανει Γενικος Επιθεωρητης Αεροποριας, υπαγομενος απευθειας στον Αρχηγο, , με κυριο εργο τις τακτικες και εκτακτες επιθεωρησεις ολων των μοναδων της ΠΑ, και την οποια θεση κρατησε εως την αποστρατεια του το 1972. .
Στις 3 Φεβρουαριου 1970 εισηγειται την αποσυρση του θρυλικου HARVARD T6G, λογω εντονων διαβρωσεων και επισφαλων πλεoν πτησεων των αεροσκαφων αυτων, παροτι τα ανωτερω ειχαν επισημανθει απο τα μεσα του 1968 και η ευθυνη ειχε μετατεθει, κακως , στην ΣΙ.,
Παρέλαβε μία υπηρεσία σχεδόν ανύπαρκτη και οργάνωσε αυτήν , ώστε να εξυπηρετεί επαρκώς και κατά το δυνατόν, ένα καθαρά τεχνικό επιστημονικό οπλο, όπως είναι η Πολεμική Αεροπορία.
Τιμήθηκε με πλήθος παρασήμων και μεταλλίων, ιδιαίτερα για την πολεμική του δράση, και βραβευτηκε σε πολλες εκδηλωσεις της Πολεμικης Αεροποριας και των Ενοπλων Δυναμεων , ως Βετερανος Αεροπορος του ΒΠΠ για την προσφορα του στους Εθνικους Αγωνες, καθως και απο ολους τους Συνδεσμους Αποστρατων Αξιωματικων των Ενοπλων Δυναμεων.
Το Μουσείου της Πολεμικής Αεροπορίας στο Τατοι , φιλοξενει σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, τον ασύρματο του βομβαρδιστικου αεροπλανου BLENHEIM με αριθμό Ζ 6450 , με το οποίο είχε γίνει η προσβολή του γερμανικού υποβρύχιου, στις 20 Αυγουστου 1942, καθώς την κασκα και τα γαντια του, που αποτελουν ιστορικά εκθέματα .
Στις 15 Νοεμβριου 2006, σε αυτον τον χωρο, την 128 ΣΕΤΗ, κατα την διαρκεια του εορτασμου για τα 50 χρόνια λειτουργίας της Σχολης , παρεστη ως Επιτιμος καλεσμενος, και ως εμπνευστης και ιδρυτής της εν λόγω Σχολής. Στην ομιλία του σε κλίμα συγκίνησης , στο τελος , ανεφερε τα εξης << είμαι πολύ συγκινημένος αλλά και ευχαριστημένος γιατί βλέπω πέριξ μου Αξιωματικούς λεβέντες και ικανούς, οπως λεβέντες και ικανοί είμεθα τότε κι εμείς , με αξια κατορθώματα, και εύχομαι εσείς οι νεότεροι να κατορθώσετε πολύ περισσότερα χάρη της αγαπημένης μας Αεροποριας και του Εθνους γενικοτερα >>.
Απογειώθηκε για τελευταία φορά, αυτη την φορά με πορεια δυτική, στις 19 Μαρτίου 2021 στο σπίτι του , σε ηλικία, παρά 1,5 μήνα , 105 ετών, ευτυχισμένος , και δίπλα στις εγγονες του που τον λάτρευαν, για να ξανασυναντήσει την πολυαγαπημένη του σύζυγο και μητερα μου.
Θεωρουσε παντα το μεγαλυτερο επιτευμα του, που πραγματοποιησε στην Πολεμικη Αεροπορια, την δημιουργια του δικτυου ρανταρ , αλλα και τη δημιουργια της Σχολης Τηλεπικοινωνιων- Ηλεκτρονικων, την 128 ΣΕΤΗ, γιατι παντα υποστηριζε οτι χωρις Συστημα Εγκαιρης Προειδοποιησης, Συστημα RADAR, Συστηματα Κατευθυνομενων Βληματων και Ηλεκτρονικο Πολεμο, δεν μπορει να ειναι αξιομαχη οπως πρεπει να ειναι μια μοντερνα Πολεμικη Αεροπορια.
Ολοι σημερα αναγνωριζουν την τεραστια σημασια των ηλεκτρονικων και των ρανταρ , στους συγχρονους πολεμους.
Εδω στο χωρο της Σχολης , εμελε η Πολεμικη Αεροπορια να τον τιμησει ξανα, μετα θανατον, με την τοποθετηση της Προτομης του, τα αποκαλυπτηρια της οποιας εγιναν στις 19 Δεκεμβριου 2023, σε μια λιαν τιμητικη και συγκινητικα εκδηλωση , απο τον αξιοτιμο τοτε Α/ΓΕΑ , Πτεραρχο, Θεμιστοκλη Μπουρολια, παρουσια του ΑΣΑ,και πληθος Ανωτατων Αξιωματικων των Ενοπλων Δυναμεων.
Άφησε πισω του πολύτιμη παρακαταθήκη, και εκλεισε μια σελιδα της Νεωτερης Ιστοριας της Πολεμικης Αεροποριας αλλα και της Ελλαδος.
Υπηρξε ο Γηραιοτερος Βετερανος Αεροπορος του ΒΠΠ και τελευταιος χειριστης της 13ης Μοιρας Βομβαρδισμου.
Θα τον θυμόμαστε πάντοτε με υπερηφανια , αγάπη, θαυμασμό και ευγνωμοσύνη, για ολα οσα μας εμαθε και ολα οσα μας εδωσε, ΜΑ ΚΥΡΙΩΣ για όσα έκανε για την Πατρίδα και την ΠΑ.
Η μορφη του, το κοφτερο του βλεμα, η τετραγωνη λογικη του, η επιμονη του προς επιτευξη του σκοπου του, θα συνοδευουν για παντα την ψυχη μου.
Για μένα θα είναι πάντα Εκείνος, που μου δίδαξε και μου έμαθε την αγάπη προς την Πατρίδα, το σεβασμό στις Ενοπλες Δυνάμεις , την αγαπη προς τους Αξιωματικους , και την αφοσίωση στην οικογένεια.
Όπως μου έλεγε πάντα , << έζησα σε δύσκολες εποχές, μα μαζι με υπέροχους ανθρώπους >> , και εννοουσε τους άξιους συμμαθητές και συμπολεμιστές του , πολλοί από τους οποίους έδωσαν τη ζωή τους στα Πεδια των μαχων.
Επισκεπτοταν ανελιπως , καθε χρονο στις 23 Αυγουστου, εορτη της Κοιμησεως της Παναγιας, το θαυματουργο Μοναστηρι της Παναγιας της Κουτσουριωτισας, στο χωριο του , για να μεταλαβει , ως ταμα για την επιστροφη του απο τα μετωπα της Μεσης Ανατολης και της Βορειας Αφρικης .
Εκεί ψηλά, μαζί με τους υπόλοιπους Αετους της Ερήμου και τα Γερακια του Αιγαιου, μπορεί να είναι ήσυχος, πως η Πατριδα και η Πολεμική Αεροπορία τον τιμά , τον θυμάται, και τον μνημονεύει, ακριβως οπως κανει και σημερα , παρουσια της .ηγεσιας των Ενοπλων Δυναμεων και αξιων απστρατων αξιωματικων.
Υπηρξε Πολεμιστης, οταν η Πατριδα το απαιτησε , υπηρξε πρωτοπορος Επιτελης Αξιωματικος , οταν η ΠΑ το χρειαστηκε, υπηρξε ανθρωπος , οταν οι συναδελφοι και συνανθρωποι του, του το ζητησαν, υπηρξε αριστος οικογενειαρχης σε ολη του την ζωη, για την αειμνηστη Μητερα μου , ενω για εμενα υπηρξε ενας υπεροχος Πατερας .
Κλινω ευλαβικα το γονυ, εμπρος στην προσφορα και την πορεια του στο καθηκον προς την Πατριδα και ειμαι πάντα υπερήφανος που ειχα εναν τετοιο Πατερα. Αποτελει πρωταρχική υποχρέωση , εμού του υιου του και της οικογένειας του, η διατήρηση της μνήμης και της προσφοράς του στην Πατρίδα και την Πολεμική Αεροπορία.
Ενα μεγαλο ευχαριστω μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου , για την σημερινη παρουσια τους, στην ηγεσια των ενοπλων δυναμεων, στον αξιοτιμο Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, Αντιπτέραρχο [ Ι ] Δημοσθενη Γρηγοριαδη, και τους Επιτελείς του, που ειχαν την ευγενια και την θεληση να δειξουν εμπράκτως την εκτίμηση και το σεβασμό τους, στο πρόσωπο του αείμνηστου Πατρός μου , και μαζί να τιμήσουν εμένα και την οικογένεια μου.
Ενα μεγαλο ευχαριστω και εναν απεραντο σεβασμο , στους αξιοτιμους Υπουργους, Αρχηγους, Επιτιμους Αρχηγους Επιτελειων, Πολιτιακους Αρχοντες, Στρατηγους, Ναυαρχους ,Πτεραρχους, Προεδρους Συλλογων και Σωματειων, , συγγενεις και φιλους της οικογενειας του Πτεραρχου, που ειχαν την ευγενια , να τιμησουν με την παρουσια τους , την ιδιατερη αυτη εκδηλωση , για τον αειμνηστο Πατερα μου.
Ειμαστε ολοι μας παντα υπερηφανοι και ευγνωμονες για τις Ενοπλες Δυνάμεις της Πατριδος μας, , για την καθημερινη θυσια τους για την Εθνικη μας Ακεραιοτητα και Αξιοπρεπεια.
Υγεια και ευτυχια σε εσας και τις οικογενειες σας, και καλη δυναμη, με πορεια ομαλη , στην ηγεσια των Ενοπλων Δυναμεων , στο εθνικο της εργο.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες:

128 ΣΕΤΗ128 ΣΕΤΗ128 ΣΕΤΗ

 

Η Πηγή είναι η εφημερίδα Καθημερινή!

https://1940.kathimerini.gr/portfolios/chrysafis-ioann-eyripidis/ 

ΧΡΥΣΑΦΗΣ ΙΩΑΝΝ. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 


Ο Ευρ. Χρυσάφης συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Στο Έπος του Υψώματος 731, όπου επικεντρώθηκε η Εαρινή Επίθεση των Ιταλών, μεταξύ 9ης και 25ης Μαρτίου 1941, ήταν διοικητής του 9ου Λόχου του 19ου Συντάγματος [Αποστολέας: Ιωάννης Ευρ. Χρυσάφης].

Ονομάζομαι Ευριπίδης Ιωάν. Χρυσάφης, έφεδρος αξιωματικός, διοικητής του Λόχου που κράτησε το Ύψωμα 731, απομακρύνοντας τον εχθρό με πάρα πολλές απώλειες. Και αρχίζω από την 8η Μαρτίου 1941.
Το βράδυ της 7ης ώρας της 8ης Μαρτίου το Τάγμα μου έφθασε στο Σπι Καμαράτε, όπου συνεχώς από το πρωί μάς βομβάρδιζε το πυροβολικό του εχθρού και η αεροπορία του. Περί την 10η ώρα ο ταγματάρχης Παναγιώτης Κουτρίδης πήρε εμάς τους λοχαγούς και προχωρήσαμε περίπου χίλια μέτρα, όπου από ένα σημείο κάναμε αναγνώρισιν των υψωμάτων της πρώτης γραμμής. Ο ταγματάρχης μετά την αναγνώρισιν έδωσε διαταγή εις μεν τον 10/19 Λόχο το βράδυ να πάει αριστερά του υψώματος 731 και να αντικαταστήσει τον εκεί ευρισκόμενον λόχον. Τον 11/19 λόχον έδωσε διαταγήν να οδηγηθεί στα δεξιά του υψώματος 731 και να αντικαταστήσει τον εκεί λόχον.
Σε μένα, διοικητήν του 9ου Λόχου του 19ου Συντάγματος, μόλις νύχτωσε να οδηγήσω τους άντρες μου επί του υψώματος 731, με εντολήν να μείνω πενήντα περίπου μέτρα από το χαράκωμα πίσω, με διαταγή αν γίνει επίθεσις και αν υποχωρήσει ο λόχος του 5/42 Συντάγματος που ήταν εκεί επάνω να κάνω αντεπίθεσιν.
Τη νύχτα, που ήταν πάρα πολύ ήσυχη και δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός, οδήγησα τον λόχο μου στην καθορισμένη θέση. Το πρωί της 9ης Μαρτίου και ώρα 6.30 ακούστηκε εφ’ όλου του μετώπου μια ομοβροντία και επί του υψώματος 731 περίπου πεντήκοντα οβίδες έπεσαν πάνω του που ήταν σκεπασμένος ο λόφος με καστανιές. Σείστηκεν όλος ο λόφος και εν συνεχεία επί μιάμιση περίπου ώρα εβομβαρδίζετο και μαζί έγινεν και επίθεσι ενός τάγματος 1.200 ανδρών εχθρού, το οποίο αναχαιτίστηκε εντός 10 λεπτών. Την 10η ώραν δεύτερη επίθεσι με πολύ πυροβολικό, η οποία αναχαιτίστηκε και αυτή, και της 4ης ώρας ομοίως. Οι απώλειες ήσαν αρκετές. Την 10η Μαρτίου ώρα 6.30 πάλι βομβαρδισμός, πάλι επίθεσιν, πάλι αναχαίτισιν. Την 4η ώραν επίσης άλλη επίθεσιν. Μετά την επίθεσιν αυτή έλαβα διαταγή να αντικαταστήσω μόλις νυχτώσει τον λόχον επί του υψώματος. Οι απώλειες του λόχου μου ήσαν δέκα οχτώ άνδρες και ένας αξιωματικός τραυματίας. Την επομένην 11 Μαρτίου μού κάνανε δυο επιθέσεις, βομβαρδίζοντας επί μίαν και ημίσειαν ώρα. Οι επιθέσεις αναχαιτίστηκαν. Την 12η Μαρτίου επίσης δύο επιθέσεις, την 13η μία επίθεσιν περί ώραν 6.30 πρωϊνή με πυροβολικό και μίαν την 6η βραδυνήν άνευ πυροβολικού. Οι απώλειες του λόχου ύστερα από αυτήν τη μάχη ήσαν εκατόν δέκα τρεις άνδρες και δύο αξιωματικοί. Επίσης, δεν υπήρχαν πυρομαχικά. Την νύχτα με δύο αναφορές ζητούσα ενισχύσεις και πυρομαχικά από τον ταγματάρχη μου. Την πρωίαν αφού εκδηλώθηκε η επίθεσις διέταξα οι εναπομείναντες να επιτεθούμε με εφ’ όπλου λόγχη εναντίον ενός τάγματος εχθρού.
Ευτυχώς την ώρα που διέταξα αντεπίθεσιν έφθασαν δύο διμοιρίες ενίσχυσης οι οποίες διετάχθησαν να επιτεθούν με εφ’ όπλου λόγχη. Την ίδια στιγμή έφθασε και ο υπασπιστής του τάγματος κ. Ισαάκ Λαυρεντίδης [ΣΗΜ. μετέπειτα βουλευτής συνεχώς επί 44 χρόνια και β και ά αντιπρόεδρος της βουλής] με είκοσι άνδρες φέροντες πυρομαχικά. Και αυτοί επίσης διέταξα να μπουν στη μάχη. Η μάχη κράτησε περίπου 45 λεπτά σώμα προς σώμα, με αποτέλεσμα να διαλυθή το τάγμα του εχθρού. Οι δικές μας απώλειες ήσαν ογδοήκοντα δύο άνδρες και ένας αξιωματικός τραυματίας, ο Γεώργιος Βλάχος.
Οι άλλες ημέρες 15, 16, 17, 18, 19, 20 και 21 του μηνός πότε μία επίθεσις, πότε δύο απεκρούσθησαν ως αναφέρω παραπάνω. Την 22α Μαρτίου και ενώ περίμενα βομβαρδισμόν είδα απέναντι τρεις άνδρες να σηκώνουν μία άσπρην σημαία. Αμέσως κι εγώ με ένα μαντήλι άσπρο στην ξιφολόγχη τούς κάλεσα να προσχωρήσουν. Αφού τους δέχτηκα τους ρώτησα τι ζητούν. Ήταν ένας λοχαγός, ένας παπάς κι ένας Ρόδιος διερμηνέας. Μου ζητούσαν δεκαήμερον ανακωχήν για να θάψουν τους νεκρούς. Σήκωσα το τηλέφωνο και είπα στον ταγματάρχη μου ότι ζητούσαν ανακωχή για να θάψουν τους νεκρούς. Αλλά τον παρακάλεσα να μην εγκριθεί, διότι τα πτώματα των Ιταλών ήσαν προπύργιον για το Ύψωμα. Την δωδέκατη ώρα χτύπησε το τηλέφωνο και μου είπε ο ταγματάρχης μου ότι δεν εγκρίνεται. Τότε ο λοχαγός χτύπησε το χέρι του σε ένα κασόνι από πυρομαχικά και με ένα ύφος μού είπε πως θα ισοπεδώσει με το πυροβολικό του το ύψωμα. Εγώ διά του διερμηνέως τον ρώτησα αν γνωρίζει αρχαία ελληνική ιστορία. Μου απάντησε «ναι». Τον είπα πως όταν οι Πέρσες ήλθαν να κατακτήσουν την Αθήνα στας Θερμοπύλας συνάντησαν τον Λεωνίδα με τους Τριακόσιους και του πρότειναν να παραδοθεί. Και ο Λεωνίδας απάντησε «όχι». Τότε οι Πέρσες είπαν πως με τα βέλη τους θα σκεπάσουν τον ήλιο, και ο Λεωνίδας απάντησε «θα πολεμάμε υπό σκιάν». Εγώ του απάντησα «εάν ισοπεδώσεις το ύψωμα, θα φυτέψουμε τριανταφυλλιές». Αμέσως σηκώθηκε και έφυγε θυμωμένος χωρίς να με αποχαιρετήσει. Μόνον ο παπάς μού είπε «αλλοίμονον».
Την 2αν ώραν άρχισε επίθεσις με δίωρον βομβαρδισμόν από δύο τάγματα και αναχαίτισις υπό των ημετέρων τμημάτων. Την 23, 24, 25 Μαρτίου βομβαρδισμός, επίθεσις και αναχαίτισις. Την 25η κατά τον βομβαρδισμόν εφονεύθησαν δύο αξιωματικοί, Κωνσταντινίδης και Μαδεμλής, και τραυματίστηκε ο αξιωματικός Αναστάσιος Τζόμαλος. Την 26η δεν έγινε επίθεσις, διότι ως με επληροφόρησε ο ταγματάρχης έφυγε το πυροβολικό προς βορράν, αλλά είχαν μόνο πολυβόλα. Οι μάχες τελείωσαν χωρίς να καταλάβουν το Ύψωμα 731. Οι απώλειες του εχθρού τις υπολόγισα πέραν των δέκα χιλιάδων και των ημετέρων περίπου χιλίων ανδρών και δέκα αξιωματικών.
Αφού σταμάτησαν οι μάχες, παρακάλεσα τον ταγματάρχη μου να με αντικαταστήσει λόγω ελαφρύ τραύματος, και ήρθε ο κ. Ισαάκ Λαυρεντίδης, και εγώ πήγα στη θέση του ως υπασπιστής του τάγματος μέχρι παραδόσεως του οπλισμού στους Γερμανούς. Το Ύψωμα 731 το κρατήσαμε μέχρι 10 Απριλίου που διετάχθη η οπισθοχώρησις. Αυτή είναι η αλήθεια του 731.

 

Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.