
Ναι, και η Ποίηση θέλει . . . τον Έρωτά της!
Πετράρχης και . . . Λάουρα
«Υπήρξε κατά το παρελθόν μια γυναίκα, η Λάουρα, μια εξαιρετική ψυχή, γνωστή για την αρετή και την ευγενή καταγωγή της, της οποίας η λάμψη εκθειάστηκε και το όνομα διαδόθηκε ευρέως από τους στίχους μου. Η φυσική κι ανεπιτήδευτη χάρη της, όπως και η γοητεία τής σπάνιας ομορφιάς της, σκλάβωσαν κάποτε την ψυχή μου. Επί χρόνια, είχα σηκώσει το εξαντλητικό βάρος των αλυσίδων της πάνω στο λαιμό μου, θεωρώντας ανάξιο πως ένας γυναικείος ζυγός μπορούσε να μου επιβάλλει για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έναν τέτοιον εξαναγκασμό». Πετράρχης.
Η Laura εμφανίστηκε στα μάτια του ποιητή για πρώτη φορά στην ανθισμένη νιότη του, είκοσι τριών ετών, 6 Απριλίου1327, απαρχές της Αναγεννήσεως, στην Αγία Κλαίρη της Αβινιόν, και θα γράψει ο ουμανιστής Ιταλός ποιητής,
«Αλλά ο πόθος έρχεται και με βρίσκει πάνω από τις απόκρημνες κορφές του Παρνασσού».
Μια συνάντηση που έμελλε να σημαδέψει την προσωπική ζωή του περίφημου καλλιτέχνη, αλλά και την ιστορία της τέχνης. Η Λάουρα θα γίνει η μούσα του. Κι εκείνος θα εμπνεύσει τους μεταγενέστερους ποιητές με τα σονέτα του, πρότυπα τελειότητας. Ο έρωτας του ποιητή προς τη Λάουρα, ακόμη κι αν ποτέ δεν βρήκε ανταπόκριση και αν ακόμη και η ύπαρξή του αμφισβητείται, θα αποτελεί πρότυπο του αγνού, άσπιλου και καθαγιασμένου έρωτα. Ενός έρωτα, που εμπνέει και μετουσιώνει τη σωματική έλξη σε πνευματική διεργασία.
Δυστυχώς, η Λάουρα, ίσως παντρεμένη με πρόγονο του Μαρκήσιου ντε Σαντ, θα βρει τραγικό θάνατο από πανώλη. Άλλη είναι, “Η Πανούκλα”, του Άλμπερτ Καμύ, έξι αιώνες αργότερα. Η θλίψη του ποιητή είναι ανείπωτη. Με τη λυρική ποίηση θα διατηρήσει τη μορφή της στην αιωνιότητα.
Αμέτρητες δάφνες (=λάουρες) θα φυτέψει ο ποιητής στη μνήμη της Λάουρας, σύμβολα ποιητικής δόξας. Ο έρωτάς του βάσταξε είκοσι πέντε χρόνια, μέχρι τον θάνατό της, αλλά και μετά από αυτόν, μέχρι τον θάνατο του ποιητή. Αυτός ο έρωτας θα γεννήσει τα περιπαθέστερα ποιήματα αγάπης.
Ωστόσο, η μοιραία αυτή γυναίκα δεν του απηύθυνε ποτέ ούτε μία λέξη. Μα ούτε και ο Πετράρχης της μίλησε ποτέ. Για να βρίσκεται κοντά στη μούσα του, αγόρασε ένα αγροτικό σπίτι στην περιοχή που έμενε η ίδια. Στο σπίτι αυτό θα γράψει όλα σχεδόν τα έργα του, ποιητικά, ιστορικά και φιλοσοφικά. Και οι ηγεμόνες της Ευρώπης να τον προσκαλούν στην αυλή τους. Ο ίδιος όμως ανένταχτος. Η μόνη του ευτυχία είναι να θαυμάζει τη Λάουρα μακρόθεν,
«Κοίτα, τι υπέροχο το βάδισμά της κάτω από τις πυκνές φυλλωσιές. Τρυφερά χορτάρια, πολύχρωμα λουλούδια την ικετεύουν, “καταδέξου να μας πατήσεις, έστω να μας αγγίξεις”! Λάμπει ο αέρας όπου περνά κι ο ουρανός φαίνεται χαρούμενος για τη γαλήνη που του χαρίζουν τα γαλανά της μάτια».
Κάποτε, θα δεήσει, και η Λάουρα θα ανταποδώσει με “υπόκλιση” τον χαιρετισμό του ποιητή. Ήταν η υπέρτατη ευτυχία γι’ αυτόν, και θα γράψει.
“Όσες φορές πηγαίνω στον υπέροχο εκείνο τόπο που ανταλλάξαμε τον πρώτο χαιρετισμό, αναζητώ τα ιερά ίχνη που άφησαν τα απαλά της ποδαράκια”!
Σε ποίημά του, “ο θρίαμβος του θανάτου”, ο ποιητής φαντάζεται πως η ψυχή της Λάουρας του παρουσιάζεται ξαφνικά σαν σε όνειρο και του εξομολογείται, γιατί φέρθηκε τόσο επιφυλακτική απέναντί του σ’ όλη της τη ζωή. Και ο Πετράρχης της απαντάει,
“Προβλέπω πως, και όταν ακόμα κλείσουμε κι οι δυο μας τα μάτια, οι μεταγενέστεροι θα εξακολουθούνε να θαυμάζουν μια φωτιά που θα λάμπει αιώνια πάνω από τους τάφους μας”.
Ο ποιητής, που αντλεί δύναμη από τη φύση, συνεπαίρνεται από την ορμή του πνεύματος και μοιάζει να καταλαμβάνεται από θεία έμπνευση, αυτός που πίστευε, ότι η αληθινή αξία βρίσκεται στη γνώση, στην πνευματική καλλιέργεια, και όχι στην δοτή ή ελέω Θεού εξουσία, μας άφησε μια, όχι τη μόνη, αριστουργηματική έκφραση της γυναικείας μορφής, της “δικής” του Λάουρας,
Τάχα σε ποιον ουρανό βρήκε η Φύση
το χνάρι, για να πλάσει τη θωριά της,
με ιδανική χάρη την ομορφιά της
την αιθέρια στη γη να παραστήσει;
Ποια Νύμφη στις πηγές ή Θεά στην Κτίση,
είχε τα ολόξανθα πυκνά μαλλιά της;
Και ποια καρδιά τόσες, σαν την καρδιά της,
μυστικές αρετές μπορεί να κλείσει;
Κάλλος θεϊκό στη γη μάταια ζητάει,
όποιος το βλέμμα εκείνο δε γνωρίζει,
με ποια χάρη σεμνή γλυκοκοιτάζει.
Ο Έρωτας, πώς γιατρεύει, πώς κεντρίζει,
δε νιώθει όποιος δεν είδε πώς στενάζει,
πώς ομιλεί και πώς χαμογελάει.

Ο Φραγκίσκος Πετράρχης, το1341, στέφθηκε επίσημα “Ποιητής” στο Καπιτώλιο της Ρώμης με δάφνινο στεφάνι, και θα απαγγείλει,
«Δεν φθείρει δάφνη η χειμωνιά, και η φωτιά χρυσάφι»,
Και ο σχετικός μακροσκελής λόγος του θα έχει ως σημείο αναφοράς την ποιητική αποστροφή,
«Και στα έρημα απόκορφα του Παρνασσού, πόθος γλυκύς με παρορμά»,
θέλοντας να τονίσει τις δυσκολίες να βρεθεί κανείς αντάμα με τις Μούσες, εκεί στο ιερό βουνό, κατά τον Στράβωνα, στον ομφαλό τη Γης, τον Παρνασσό, και να αποκτήσει το χάρισμα της ποίησης πίνοντας νερό από την Κασταλία. Και, μεταξύ άλλων, θα παρατηρήσει,
“H επιθυμία για δόξα είναι έμφυτη στους κοινούς ανθρώπους, μα περισσότερο στους σοφούς άνδρες. Πολλοί οι φιλόσοφοι που υποστηρίζουν ότι η δόξα πρέπει να περιφρονείται, όμως ελάχιστοι θα την περιφρονήσουν πραγματικά”!
21 Μαρ. 2026. Μια ποιητική νότα, μέσ’ στην αντάρα του πολέμου, καθ’ υπερβολήν, μέρα που είναι, “Hμέρα της Ποίησης”, της ποίησης χωρίς επάρσεις.
Γρηγόριος Δημ. Νούσιας – Ίκαρος απ’ τα παλιά!
Υ.Γ. “Η Κύπρος, γράφει ο Πετράρχης σε φίλο του, είναι γνωστή για τη νωθρότητα και την φιληδονία. Μάλλον ποτέ δεν αναδείχθηκε εκεί κάποιος σπουδαίος άνθρωπος. Οι δυνατοί σπόροι της αρετής δεν μπορούν να φυτρώσουν στο πλαδαρό χωράφι της ηδονής. Εκεί δεν υπάρχουν ιππότες ούτε μπροστάρηδες. Εκεί κυριαρχούν η αλαζονεία, η μαλθακότητα και οι κολακείες”!
Οι κρίσεις του Πετράρχη για την Κύπρο βρίσκονται μακράν της πραγματικότητος. Μάλλον επηρεάστηκε από θρησκευτικές προδιαθέσεις και ανακριβείς πληροφορίες. Ουδέποτε την επισκέφθηκε.
![]()