Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ ήταν μια από αυτούς. Ιστορικός με βαθιά γνώση του Βυζαντίου, διανοούμενη με πολιτικό λόγο, καθαρότητα σκέψης και εμφανή ηθικό άξονα, υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής της την ιδέα της ιστορικής σκέψης ως δημόσια αποστολή.

 
Καμιά φορά όμως αναρωτιέμαι: ήταν μόνο τα ατομικά της χαρακτηριστικά αυτά που την έκαναν να ξεχωρίσει; Προσωπικά, δεν το πιστεύω. 
Η Αρβελέρ έχει χαραχτεί στη συλλογική μας μνήμη πρωτίστως ως η πρώτη γυναίκα πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης - στο συλλογικό μας ασυνείδητο αυτό είναι πιο γνωστό από οποιοδήποτε ακαδημαϊκό της έργο. Η αναγνώριση από ένα τέτοιο Ίδρυμα λειτουργούσε αυτομάτως συμβολικά. Η Σορβόννη έχει αδιαμφισβήτητο ιστορικό βάρος, θεσμική συνέχεια, πολιτισμικό κύρος.

Αν η ίδια ακριβώς ακαδημαϊκός είχε κάνει την ίδια διαδρομή αποκλειστικά σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, θα της αποδίδαμε το ίδιο ειδικό βάρος; Δύσκολα. Το κύρος της στην Ελλάδα ενισχύθηκε ακριβώς επειδή συνδέθηκε με έναν ευρωπαϊκό θεσμό που δεν αμφισβητείται καθημερινά.

Κι εδώ αρχίζει το δύσκολο ερώτημα.
 
Γιατί οι ελληνικοί θεσμοί δεν λειτουργούν ως φορείς κύρους με τον ίδιο τρόπο; Γιατί απαξιώνουμε όχι μόνο τα πανεπιστήμιά μας, αλλά συχνά και το σύνολο των θεσμών μας - από τη δημόσια διοίκηση και τους φορείς του πολιτισμού μας έως το Κοινοβούλιο μας και την Προεδρία της Δημοκρατίας; Γιατί μιλάμε με καχυποψία για οτιδήποτε εγχώριο, ενώ μπορούμε και θαυμάζουμε χωρίς επιφύλαξη κάποιον που τα κατάφερε στο εξωτερικό;

Το φαινόμενο αυτό έχει γίνει κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας μας. Ιστορικά είμαστε μια κοινωνία που αυτό-οικτίρεται και αυτοϋποτιμάται. Δυσπιστούμε απέναντι σε όποιον διακρίνεται εντός του συστήματος. Υποθέτουμε κύκλους, διασυνδέσεις, «δικούς». Η απόσταση του εξωτερικού μας προσφέρει μια ψευδαίσθηση αντικειμενικότητας.

Για να νιώσουμε περήφανοι για έναν συντοπίτη μας πρέπει απαραιτήτως να έχει διακριθεί στο εξωτερικό - στη Σορβόννη, στο Χάρβαρντ, στο Ευρωκοινοβούλιο, στο Χόλιγουντ, στο NBA. Λες και τα πράγματα στο εξωτερικό λειτουργούν σε κενό αέρος. Λες και εκεί δεν υπάρχουν δίκτυα, ισορροπίες, πολιτικές διαδρομές.
 
Όμως η διαρκής αυτή απαξίωση δεν είναι χωρίς συνέπειες. Κι εδώ ένα από τα αποφθέγματα της ίδιας της Αρβελέρ αποκτά άλλη βαρύτητα:

«Αν διευθύνουν οι ανίκανοι, φταίνε οι ικανοί. Κι αν διευθύνουν οι ανάξιοι, τότε φταίει η γενική απαξίωση.»

Προσωπικά - και σκεπτόμενη συχνά με όρους ψυχολογικούς - η απαξίωση λειτουργεί και ως άμυνα. Όταν θεωρούμε το σύστημα εκ των προτέρων προβληματικό, απαλλασσόμαστε από την ευθύνη να μπούμε σε αυτό. Δεν χρειάζεται να εκτεθούμε. Δεν χρειάζεται να δοκιμαστούμε. Η δυσπιστία γίνεται προστατευτικό περίβλημα και ίσως αυτό τελικά να μας βολεύει. Γιατί όταν όλα είναι εκ των προτέρων προβληματικά, κανείς δεν χρειάζεται να αναλάβει ευθύνη.

Δυστυχώς όμως η γενική απαξίωση έχει σοβαρές συνέπειες:

Πρώτον επειδή λειτουργεί αδιακρίτως εξισώνει τους ικανούς με τους ανίκανους.

Δεύτερον, γίνεται άλλοθι για την ανοχή μας απέναντι σε όντως ανεπαρκείς επιλογές. «Έτσι λειτουργεί το σύστημα», λέμε. «Αυτοί είμαστε».

Τρίτον, αποθαρρύνει πολλούς ικανούς ανθρώπους από το να διεκδικήσουν θεσμικές θέσεις, γνωρίζοντας εκ προοιμίου ότι θα αμφισβητηθούν.

Η Σορβόννη προστάτευσε την Αρβελέρ παρέχοντάς της ένα περιβάλλον όπου το κύρος δεν χρειαζόταν καθημερινή άμυνα. Μέσα σε αυτό το κλίμα είχε τη δυνατότητα να προσφέρει τον καλύτερο εαυτό της στον χώρο των γραμμάτων και της διανόησης - και τελικά και στη χώρα της.

Αναρωτιέμαι αν η Ελλάδα θα της επέτρεπε να πράξει το ίδιο.

Αν θα άντεχε μια τέτοια προσωπικότητα χωρίς την ασπίδα της διεθνούς αναγνώρισης. Ή αν είμαστε καταδικασμένοι την περηφάνια μας ως χώρα να μην την παράγουμε εδώ αλλά να την εισάγουμε και αυτή αποκλειστικά απ’έξω, πάντα προσωποποιημένη και ποτέ θεσμική.

Μερικές σκέψεις εν όψει της νέας συνάντησης του Τούρκου Προέδρου με τον Έλληνα Πρωθυπουργό στην Άγκυρα.

Πολύς λόγος γίνεται σχετικά με την ασκηθείσα –κατά τα λεγόμενα με περίσσια  αυτοπεποίθηση– ελληνική εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας. Υπό αυτό το πραγματολογικό ή μη στοιχείο προκύπτουν εύλογοι προβληματισμοί για μία σειρά ζητημάτων που εκφεύγουν πλέον από το αμιγές ελληνο-τουρκικό πλαίσιο. Μετά λοιπόν τον Ιούλιο του 2023 επανεκκίνησε ο ελληνο-τουρκικός διάλογος με διακηρυγμένο στόχο την εμπέδωση και τη συνεχή ανατροφοδότηση του καλού κλίματος μεταξύ των δύο χωρών. Η Διακήρυξη των Αθηνών, η οποία υπεγράφη την 7η Δεκεμβρίου του 2023 εστιάζει στον Πολιτικό Διάλογο (θέματα αμοιβαίου συμφέροντος και διερευνητικές/διαβουλευτικές συνομιλίες) στη Θετική Ατζέντα (Κοινό Σχέδιο Δράσης, περιλαμβάνει μέτρα κοινού ενδιαφέροντος στους τομείς της επιχειρηματικότητας-οικονομίας, τουρισμού, μεταφορών, ενέργειας κτλ) και στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (αφορούν το στρατιωτικό τομέα με σκοπό την εξάλειψη αδικαιολόγητων πηγών έντασης).

Η λογική της συγκεκριμένης στρατηγικής έγκειται στο γεγονός ότι συνδυαστικά αυτές οι τρεις συνιστώσες του επανακάμψαντος ελληνο-τουρκικού διαλόγου θα άμβλυναν τις εκ διαμέτρου αντίθετες θεάσεις των δύο κρατών για μια σειρά ζητημάτων που αφορούν το  Αιγαίο, τη Θράκη και την Ανατολική Μεσόγειο· το Κυπριακό έχει ήδη αποσυνδεθεί από τις διμερείς σχέσεις.  Φευ, ως σήμερα η «αρνητική» ατζέντα παραμένει ακλόνητη. Στο μεσοδιάστημα, πέραν του γνωστού επιμυθίου περί της ανάγκης ύπαρξης ανοικτών διαύλων μεταξύ των δύο κρατών ώστε να δημιουργήσουν–πώς και πότε ακριβώς εξακολουθούν να εμπίπτουν στη σφαίρα του απροσδιόριστου– οι κατάλληλες συνθήκες για να ξεπεραστεί(ούν) το(α) διμερές(ή) ζήτημα(τα),  προστέθηκε και το ρητόρευμα  περί της απαρασάλευτης αυτοπεποίθησης, βάσει της οποίας η  ελληνική πλευρά διεξάγει συνομιλίες με την Τουρκία.

Προφανώς η αυτοπεποίθηση συνιστά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση είτε συνδιαλέγεσαι σε προσωπικό επίπεδο, πολλώ δε μάλλον όταν εκπροσωπείς τη χώρα σου. Επομένως η διαρκής υπόμνησή της ως βασική συνιστώσα της διαπραγματευτικής πρακτικής από τον Έλληνα πρωθυπουργό και τους αρμοδίους κυβερνητικούς παράγοντες είναι μάλλον περιττή. Βεβαίως αυτοπεποίθηση χρειάζεται,  όχι μόνο όταν αποφασίσεις να συναντήσεις κάποιον για να συνομιλήσεις/διαπραγματευτείς/συνδιαλλαγείς, αλλά κι όταν αποφασίσεις να διακόψεις την (προ)διαπραγματευτική διαδικασία, προπάντων όταν αυτός εξακολουθεί να αμφισβητεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας σου.   

Στα δυόμιση έτη που έχουν παρέλθη από την επανέναρξη του ελληνοτουρκικού διαλόγου ουδέν νεότερο και ευμενέστερο έχει ανακύψει για την ελληνική πλευρά,  όσον αφορά τα ζητήματα που η Τουρκία θέτει και η Ελλάδα τα θεωρεί μη διαπραγματεύσιμα.

Φαίνεται λοιπόν ότι ο ελληνο-τουρκικός διάλογος όπως αυτός λαμβάνει χώρα έχει αποσυνδεθεί από τον τουρκικό αναθεωρητισμό, στο βαθμό που η Τουρκία συνεχίζει να θέτει τις ηγεμονικές της αξιώσεις έναντι της Ελλάδας δίχως να επηρεάζονται οι διμερείς σχέσεις. Συναφώς, η Τουρκία προσεγγίζει τη συγκαιρινή  αναβάθμιση της Ελλάδας στο περιφερειακό επίπεδο (βλ. κάθετος διάδρομος,  διευρυμένη στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, εμβάθυνση διμερών σχέσεων της Ελλάδας με χώρες της περιοχής), η οποία προέκυψε κι από εξωγενείς παράγοντες (Πόλεμος στη Γάζα, Πόλεμος στην Ουκρανία και αμερικανική πολιτική για ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία) ως αρνητική για την ίδια εξέλιξη.

Επομένως, το αφήγημα ότι η επένδυση στη θετική ατζέντα θα αναδιαμορφώσει το πλαίσιο και την προοπτική των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, από παίγνιο μηδενικού σε παίγνιο θετικού αθροίσματος, έως σήμερα δεν επιβεβαιώνεται. Η Τουρκία προσεγγίζει την όποια γεωπολιτική και/ή γεωοικονομική αναβάθμιση της Ελλάδας ως κατάσταση που επηρεάζει δυσμενώς τις στοχεύσεις της να καταστεί κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη.

Οι χαμηλές προσδοκίες από το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Άγκυρα για τις οποίες και τώρα μας προδιαθέτουν, άλλοτε χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα για να καταλαγιάσουν τις εύλογες ανησυχίες της ελληνικής κοινωνίας–σχετικά με το περιεχόμενο των διμερών συναντήσεων– και άλλοτε ως ρεαλιστική εκτίμηση του εν λόγω εγχειρήματος. Βέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι προσδοκίες δεν έχουμε μόνο εμείς έναντι της Τουρκίας, στο πλαίσιο του διμερούς διαλόγου, αλλά και τρίτα κράτη προς την Ελλάδα όσον αφορά τη στάση της έναντι της Τουρκίας.

Κοντολογίς, η διαιώνιση  μίας αλυσιτελούς (προ)διαπραγματευτικής διαδικασίας κινδυνεύει να καταστεί εξόχως επιζήμια εφ’ όσον τρίτα κράτη διαβλέψουν πως η ελληνική στάση έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού ενέχει στοιχεία μίας υπολανθάνουσας κατευναστικής διάθεσης. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι ορατό το ενδεχόμενο η Ελλάδα να χαρακτηριστεί, από κράτη που η ίδια τα προσδιορίζει ως συμμαχικά, «στρατηγικός τζαμπατζής» και κράτος από το όποιο έχουν χαμηλές προσδοκίες για τον έλεγχο του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Όντως χρειάζεται αυτοπεποίθηση για να επανεκκινήσεις το διάλογο με κράτος που θεωρεί ότι οι διμερείς σχέσεις οφείλουν να ευθυγραμμίζονται με τους δείκτες της ισχύος –και κυρίως με την αποφασιστικότητα έκαστου να τους χρησιμοποιήσει. Όμως  χρειάζεται να επιστρατεύσεις περίσσια αυτοπεποίθηση όταν είναι αναγκαίο να επανακαθορίσεις το περιεχόμενο και κυρίως να  διακόψεις μία διαδικασία που δεν ωφελεί ή βλάπτει τη χώρα σου. Σε διαφορετική περίπτωση η «αυτοπεποίθηση»  συνιστά εσωτερίκευση του στρατηγικού καταναγκασμού που σου ασκεί το άλλο μέρος. Έως πρότινος η Ελλάδα έχει να διαχειριστεί την απειλή του τουρκικού αναθεωρητισμού καθ’ εαυτή, πλέον ο τρόπος αντιμετώπισής του συνιστά και κριτήριο συμμαχικής αξιοπιστίας προς τρίτα κράτη. Κάποια εξ αυτών (βλ. Ισραήλ και Γαλλία) έχουν αρκετά διαφορετική οπτική στο τι συνίσταται η αυτοπεποίθηση. 

Εδώ και λίγα χρόνια, έχει καθιερωθεί η ενάτη Φεβρουαρίου, ημέρα θανάτου του ποιητή του εθνικού μας ύμνου Διονύσιου Σολωμού, να εορτάζεται ως παγκόσμια ημέρα της ελληνικής γλώσσας. O εορτασμός αυτός αποτελεί μια έμπρακτη αναγνώριση του σημαντικού διαχρονικού ρόλου της Ελληνικής ως φορέα πολιτισμικών αξιών οι οποίες συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού.

Ακολουθεί σχετικό άρθρο του Καθηγητή Αμφιλόχιου Παπαθωμά, Προέδρου του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Θάνος Δημόπουλος
Πρύτανης ΕΚΠΑ


Η παγκόσμια ημέρα ελληνικής γλώσσας

Η Ελληνική ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών και ομιλείται αδιαλείπτως στην ανατολική Μεσόγειο τουλάχιστον κατά τους τελευταίους τριάντα πέντε αιώνες, από την εποχή των μυκηναϊκών πινακίδων της γραμμικής γραφής Β´ και των ομηρικών ηρώων έως σήμερα, την εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των greeklish και της ποσοτικής έκρηξης στην παραγωγή και διακίνηση έντυπου, ηλεκτρονικού και προφορικού λόγου. Στο μακρύ ταξίδι της, η Ελληνική κατόρθωσε να επιβιώσει παρά τις πολλές εθνικές, πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές περιπέτειες που ταλάνισαν τους χρήστες της. Ως όργανο επικοινωνίας και λογοτεχνικής έκφρασης καλλιεργήθηκε εντατικά, προσέλαβε πολλές μορφές, εξέφρασε ποικίλες ιδεολογίες, βιοθεωρίες και φιλοσοφικά συστήματα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να συσσωρευθεί στο πέρασμα του χρόνου ένας απαράμιλλος λεξιλογικός πλούτος, που διευκολύνει τον σημερινό χρήστη στην απόδοση απαιτητικών νοημάτων με σαφήνεια και ακρίβεια.

Ήδη στους αρχαίους χρόνους, η Ελληνική αποτελούσε το όργανο έκφρασης σπουδαίων λογοτεχνών, φιλοσόφων και επιστημόνων. Ο Όμηρος, η Σαπφώ, ο Αισχύλος, ο Ηρόδοτος, ο Σοφοκλής, ο Θουκυδίδης, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης, ο Ιπποκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης είναι μερικοί μόνο από τους αρχαίους Έλληνες διανοητές που καλλιέργησαν την αρχαιότερη μορφή της γλώσσας μας και με αυτήν ως όχημα κληροδότησαν στους μεταγενέστερους την πνευματική παρακαταθήκη τους. Στη μετακλασική περίοδο, η Ελληνική διαδόθηκε μετά τις κατακτήσεις του Μακεδόνα στρατηλάτη Αλέξανδρου έως τα ανατολικά πέρατα της τότε οικουμένης. Κατά την αναμέτρησή της με τον Ρωμαίο κατακτητή, η ελληνική γλώσσα βγήκε και πάλι αλώβητη, καθώς οι Ρωμαίοι επηρεάστηκαν βαθύτατα από την ελληνική γραμματεία και ενέταξαν πολλές ελληνικές λέξεις στη γλώσσα τους. Η εκμάθηση των Ελληνικών έλαβε μεγάλη έκταση την περίοδο αυτή, ενώ η Ελληνική καθιερώθηκε ως η επίσημη γλώσσα της κρατικής διοίκησης για το σύνολο του ανατολικού τμήματος του κράτους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τούτο επέτρεψε στην Ελληνική να παραμείνει κατά την αυτοκρατορική περίοδο, κατά την ύστερη αρχαιότητα και αργότερα κατά τους μέσους χρόνους η επίσημη γλώσσα της ανατολικής ρωμαϊκής και μετέπειτα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εν ολίγοις, η Ελληνική διατηρήθηκε ως η βασική διεθνής γλώσσα για την ανατολική Μεσόγειο από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου τον όψιμο τέταρτο αιώνα π.Χ. έως την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και υπήρξε μητρική γλώσσα και όργανο επικοινωνίας και λογοτεχνικής έκφρασης του μεγαλύτερου τμήματος των πληθυσμών της ευρύτερης περιοχής. Η οικουμενικότητα της Ελληνικής αντανακλάται, μεταξύ άλλων, στο ότι έγινε η γλώσσα της Καινής Διαθήκης, ενώ σε αυτήν μεταφράστηκε ήδη κατά την πρώιμη Αλεξανδρινή περίοδο η Παλαιά Διαθήκη. Μέσω της Ελληνικής ο κλασικός πολιτισμός και οι διαχρονικές αξίες του μεταλαμπαδεύτηκαν στο Βυζάντιο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι βυζαντινοί λόγιοι έγιναν συνεχιστές του έργου των μεγάλων διανοητών της αρχαιότητας. Αλλά και μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, η ελληνική γλώσσα και σκέψη μεταφέρονται μαζί με τους Έλληνες λογίους στη Δύση συντελώντας στην Αναγέννηση του πνεύματος και του πολιτισμού στη δυτική Ευρώπη. Με αυτόν τον τρόπο η Ελληνική και μαζί της ο ελληνικός πολιτισμός καθίστανται και πάλι πανανθρώπινο κτήμα.

Από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, η Ελληνική έχει δεχτεί επιδράσεις από άλλα γλωσσικά συστήματα, πράγμα που συμβαίνει σε όλες τις φυσικές γλώσσες. Τούτο δεν είναι κάτι που πρέπει να μας τρομάζει· το αντίθετο, μάλιστα, αφού η αλληλεπίδραση των γλωσσών δημιουργεί κατά κανόνα μια εξαιρετικά γόνιμη δυναμική μετεξέλιξής τους. Η Ελληνική εξελίχθηκε από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. έως σήμερα ενίοτε με εντάσεις, αλλά, συνάμα, και με μια θαυμαστή αρμονία, και προσαρμόστηκε στις εκάστοτε ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προκλήσεις, διατηρώντας πάντοτε τον δυναμισμό της. Επηρέασε και η ίδια σημαντικά άλλες γλώσσες, κυρίως αυτές του δυτικού κόσμου, αλλά όχι μόνο, σε όλους τους τομείς της ζωής, της σκέψης, της επιστήμης και της τέχνης.

Οι σύγχρονοι Έλληνες πρέπει να θεωρούμε τους εαυτούς μας τυχερούς, γιατί έχουμε ως μητρική μια γλώσσα που υπήρξε οικουμενική. Η γλώσσα αυτή αποτελεί στη θαυμαστή διαχρονικότητά της ένα πολύτιμο στοιχείο της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας του λαού μας. Τούτο κατόρθωσε να συμπυκνώσει σε δύσκολους χρόνους (1941) και σε λίγες αράδες ο Γιώργος Σεφέρης: «Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους τού Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκονται μέσα σας, τώρα, βρίσκονται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας […] η σύγχρονή μας λογοτεχνία είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε, όχι μόνο την αρχαία λογοτεχνία, αλλά και όλη την ελληνική παράδοση» (Δοκιμές Α, 177-8).

Καθηγητής Αμφιλόχιος Παπαθωμάς

Πρόεδρος του Τμήματος Φιλολογίας
Φιλοσοφική Σχολή
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

International Greek Language Day

Greek belongs to the Indo-European family of languages and has been spoken uninterruptedly in the eastern Mediterranean for at least thirty-five centuries, from the age of linear-B tablets and Homeric heroes to our times, the times of social media, greeklish and of an unprecedented expansion in the production and diffusion of the printed word, of online and oral discourse. In the course of its long journey, Greek has managed to survive despite the numerous national, political, social and financial challenges its speakers had to face. As a means of communication and literary expression, it has been systematically cultivated, it has taken many forms, expressed various ideas, mentalities and philosophical systems. As a result, it has accumulated an unrivalled richness of vocabulary which enables the speakers of the present day to express demanding ideas with clarity and precision.

Greek has been since antiquity the means of expression of significant authors, philosophers and scientists. Homer, Sappho, Aeschylus, Herodotus, Sophocles, Thucydides, Euripides, Aristophanes, Hippocrates, Plato, Aristotle are among the many ancient Greek thinkers who cultivated the oldest form of our language and have passed on their intellectual heritage through it to the next generations. In the postclassic period, thanks to the conquests of Alexander the Great, Greek spread to the edges of the then known world. Challenged by the Roman conqueror, it emerged victorious: the Romans were deeply influenced by Greek culture and adopted many Greek words in their language. Greek was widely taught at that time and became the official administrative language of the eastern part of the Roman empire and, later, of the Byzantine empire. In short, Greek remained the main international language from the age of Alexander the Great to the fall of Constantinople in 1453 and was the mother tongue and the means of communication of most of the peoples of the eastern Mediterranean. The universality of Greek is reflected in the fact that it was the language in which the New Testament was written and into which the Old Testament was translated in the early Hellenistic period. Through Greek, classical culture and its eternal values were transmitted to the Byzantine empire. The Church Fathers and the byzantine scholars continued the work of the great thinkers of antiquity. Even after the fall of Constantinople, Greek language and thought were transferred along with Greek-speaking scholars to the West, and contributed to the intellectual and cultural Renaissance of Western Europe. In this way, Greek and, along with it, Greek culture have become the heritage of humanity in general.

From antiquity to the present day, Greek has been influenced from other linguistic systems, something which happens to all languages. This must not surprise us, for interaction between languages usually creates a highly productive dynamics in their development. The evolution of Greek from the second millennium BC to the present day has known tensions but also an admirable harmony and the Greek language has adapted to a series of historical, social and cultural challenges, particularly but not exclusively those mounted by the Western world, in all domains of life, thought, science and art.

Modern Greeks must feel lucky to be speaking a language that was once universal. This language, in its continuity across time, is a priceless element of our national and cultural identity. George Seferis has managed to express this in a few lines, written at difficult times (1941): ‘The Greek language, man, the sea… How marvellous it is to think that, from Homer’s time to the present, we are speaking, breathing and singing in the same language. And this has never stopped, whether it is Clytaemnestra talking to Agamemnon, or the New Testament or Romanus’s hymns and Digenis Akritas, or Cretan drama and Erotokritos, or folksongs. And all those, great or not, who have thought, spoken, counted in Greek, you must not think that they are like a path, a historical line, obscured in the night of the past and that they are outside of you. You must understand that all of these are inside of you, and that you will find them if you dig deep in yourself […]. Our modern literature is necessary to understand not only ancient literature but Greek tradition in its entirety’ (Dokimes, I, 177-8).

Professor Amphilochios Papathomas

Head of the Department of Greek Philology

School of Philosophy


Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.