Εδώ μπορεί να χαλαρώσετε με ένα ωραίο βίντεο της βιβλιοπαρουσίασης! https://youtu.be/q3ituFKxjX4
Ολοκληρώθηκε με εξαιρετική επιτυχία, την Τρίτη 7/10/2025, στην κατάμεστη αίθουσα τιμών της Ενωσης Αποστράτων Αξιωματικών της Πολεμικής Αεροπορίας έγινε η παρουσίαση του νέου βιβλίου: Το Δικό μου Χθες, Αναστάσιος Μπασαράς
Παρόντες ήταν: Οι υφυπουργοί: Θ. Σκρέκας, Σ. Βούλτεψη, Α. Συρίγος, Μαρία Γιαννακάκη, οι Επίτιμοι Αρχηγοί ΓΕΑ: Γ. Αντωνετσής (και η σύζυγος Στέλλα), Δ. Λυντζεράκος, ΓΕΝ: Γ. Γιακουμάκης, ΛΣ: Θ. Ρεντζεπέρης (και η σύζυγος Κλεάνθη), ΑΤΑ: Ι. Πατσαντάρας, η Βουλευτής Μ. Κοντοτόλη, επίτιμοι και ανώτατοι αξιωματικοί της ΠΑ, ΕΣ και ΠΝ, κατ’ αλφαβητική σειρά: Αθανασάκος Δημ. , Αλεβίζος Δημ. , Αναγνωστάκης Κώστ. , Αναστασακος Γιάννης (+σύζυγος Τώνια), Βαγιακάκος Πετ, Βενέτης Ηλίας, Βλαχάκης Γεωργ., Γαλανόπουλος Οδ. (+σύζυγος Μέρη), Γερούλης Γιωργ., Γεωργούσης Ευαγ, Γιαννιτσόπουλος Θ., Γριβάκος Ευαγ. , Δαβάκης Γεωρ. , Δημητρακόπουλος Γεωρ, Δημητριάδης Παν, Ιωάννου Γιάννης, Καμπαλούρης Μιχ, Καραδήμας Γιωρ, Κάργας Γιωρ, Κατελούζος Δημ (+σύζυγος Μαρίνα), Κόκκιος Σπ, Κουρής Σάκ (+ σύζυγος Ερατώ) , Λάμπρου Κων (+σύζυγος Γεωργία) , Μανιός Γιάννης, Μαργαρίτης Νικ (+ σύζυγος Βενετία), Μητσάκος Θεοδ. (+ Σύζυγος Μαρία), Ξαρχουλάκος Στ, Ξυπολιάς Παν, Παππούλης Σωτ., Νικολακάκος Γ., Νίκας Κ., Παπαπροκοπίου Νικ (+σύζυγος Εφη), Πρεζεράκος Θ. (+συζυγος Σοφία), Σκαρλάτος Γιωρ., Στρατάκος Μαν, Τόρβας Δημ. + σύζυγος, Τσιλιγιάννης Βασ, Τσόγκας Γιωρ, Χειράκης Μπάμπης +σύζυγος Αναστασία). Καθηγητές: Αλιπράντη Λάουρα + Διονύσιος, Καρδαμίτση Μαρίνα, Ζεύγος Σοφούλη, Καρκανιάς Κων, Καρύδη Τζία, Μαλέσης Δημ. Μανώλαρος Φιλιππος +Μαρία, Μεταξάς Μάκης και Κατερίνα, Νανη-Γαλανοπούλου Ευαγ, Νανόπουλος Φωτ. + Μέρη, Φωτίου Παύλος. Πρόεδρος ΒΟΣΑ: Κ. Χατζηαναστασίου, Ανώτατα Στελέχη: Τσικνάκου Γιούλη, Βασιλάκος Αλεξανδρος. Φίλοι και Συγγενείς: Γεωργιάδης Αλ, Γεωργούσης Ευαγ., Γιακουμάκης Γιωργ, Γιαννακάκη Μαρία, Γιαννιτσόπουλος Θ., Γκούμας Παναγ + Βασ. + Αλεξ, Γκούμας Νίκος, Γκενάκος Γιάννης + Μάρθα, Γριβάκος Ευαγ. , Λεμονίτση Δεσπ + Αντώνης, Μασουρίδου Τώνια, Μπασαράς Γεωργ. Μπουρλίδου Τερρυ + Ρόη, Παπαγεωργίου Εύη, Παπαπροκοπίου Νικ+Εφη, Πρεζεράκου Αγάπη, Σαμαράς Δημ + Καλή, Σκρέκας Χρήστος, Τσαμπαλής Στεφ, Τσαροπούλου Εύα+Κορίνα.
Αξιότιμοι Κύριοι (ες), Αγαπημένοι Φίλοι (ες),
Δεν ξέρω αν η μνήμη πονεί όπου την αγγίξεις, όπως έλεγε ο Σεφέρης.
Δεν ξέρω αν η μνήμη είναι γειτόνισσα των τύψεων, όπως έλεγε ο Ουγκώ.
Δεν ξέρω αν έχει σημασία ποιοι ήταν στ’ αλήθεια οι άνθρωποι που πέρασαν απ’ τη ζωή μου.
Ξέρω σίγουρα ποιοι ήταν _για μένα_ οι άνθρωποι που πέρασαν απ’ τη ζωή μου, ξέρω πως κάθε συμμετοχή τους ήταν η γέννηση μιας ανάμνησης.
Είμαι οπαδός της άποψης πως αν δεν θέλεις να σε ξεχάσουν αμέσως μόλις φύγεις, είτε γράψε πράγματα που αξίζει να διαβαστούν, είτε κάνε πράγματα που αξίζει να γραφτούν.
Και θέλω να πιστεύω πως αυτό έκανα σε όλη μου τη ζωή…
Ζώντας με την ελπίδα πως κι εγώ κάποια στιγμή θα γίνω ανάμνηση για όλους όσους κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια, σε εκείνο το μακρινό Χθες, σε τούτο το σημαντικό Σήμερα, θέλω να γιορτάσω, όχι το ότι έγραψα κάτι που άξιζε να γραφτεί (αυτό δεν θα το κρίνω εγώ), ούτε ότι αυτά που θυμάμαι εγώ έγιναν στ’ αλήθεια έτσι όπως τα θυμάμαι. Άλλωστε οι αναμνήσεις ποτέ δεν είναι ανόθευτες, χρωματίζονται πάντα απ’ όλα όσα ζήσαμε μετά.
Θέλω να γιορτάσω ότι αυτά που σήμερα αποτελούν αναμνήσεις μου, κάποτε τα έζησα! Θέλω να γιορτάσω όλες εκείνες τις αόρατες παρουσίες που ζούνε μέσα μου, θέλω να γιορτάσω όλες εκείνες τις στιγμές, καλές και κακές, όλες εκείνες τις μυρωδιές, όλα εκείνα τα αγγίγματα ή τους αποχαιρετισμούς που έγιναν αγάπη και ζούνε στην καρδιά μου.
Και σε τούτο το γιορτάσι της ζωής μου, σας θέλω μαζί μου…
Δεν είχα ούτε σχέδιο, ούτε πλάνο να γράψω τούτο το βιβλίο.
Όλα τα βιβλία που μέχρι τώρα έχω γράψει είναι επιστημονικά. Ούτε έγραψα τα είκοσι τόσα αφηγήματα με τη σειρά, το ένα μετά το άλλο.
Πριν από τρία χρόνια, παραμονές Χριστουγέννων, αφού τσιπούρωσα, ήμουνα σε μια κατάσταση ευφορίας. Θυμήθηκα, εκείνα τα Χριστούγεννα του 53, τα πρώτα ελεύθερα από την πατριαρχική οικογένεια, στο πρώτο καινούργιο σπίτι και άρχισα για ώρες να γράφω, να ζωγραφίζω, μάλλον τις θύμησές μου στην ταμπλέτα μου.
Αργά το βράδυ το ολοκλήρωσα· ήταν το: «Χριστούγεννα 1953-54: Χριστούγεννα ζωής». Το ανάρτησα στο Facebook. Κολακευτικά τα σχόλια. Αναρίθμητες καρδούλες. Άρεσε πολύ. Με την ίδια συνταγή, ύστερα από τρεις μήνες αφηγήθηκα: «Τα Γενέθλιά μου, σήμερα, 10 Μάρτη, «Αχ, βρε μάνα, πόσο μεγάλη ήσουνα!». Ακολούθησαν, τυχαία, αλλά μετά από κέφι και άλλα κομμάτια από τη ζωή μου. Ύστερα, άρχισαν πολλοί: Ο Γιώργος, ο Κώστας, ο Θόδωρος, η Λίνα, η Εύα, η Ελένη, ο Γιάννης, η Τόνια, η Ζωή να με ενθαρρύνουν, παροτρύνοντάς με να τα συμμαζέψω όλα σε ένα μεγάλο αφήγημα.
Το Δικό Μου Χθες. Το Δικό Τους Χθες. Το Δικό Μας Χθες.
Έτσι, ήλθε αυτό το βιβλίο. Ανήκει σε όλους, κάπου εκεί στα γραφόμενα ο καθένας και η καθεμιά βρίσκουν κομμάτια από τη ζωή τους.
Επιπλέον, το ήθελα πολύ και για μένα αυτό το βιβλίο. Ήθελα να ευχαριστήσω, να γονατίσω στη μνήμη τους και να τιμήσω όλα μου τα αγαπημένα πρόσωπα, άλλα φευγάτα για μακρινό ταξίδι και άλλα στη ζωή. Πέρασα και περνώ πολύ καλά μαζί τους.
Γεννήθηκα τον Μάρτιο του 1945, στο χωριό Περιστέρα. Η παιδική μου ηλικία γεμάτη δύσκολες, αλλά και χαρούμενες στιγμές. Από την αρχή της ζωής μου είχα και αντιμετώπισα χτυπήματα, όπως η εκτέλεση του παππού μου από τους Γερμανούς και ασθένειες που επηρέασαν τη μάνα μου κι εμένα. Μίλησα στα πέντε μου. Η γιαγιά μου, η Θεοπούλα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, όπως και η δεύτερη μητέρα μου, η Ζωή Βησσαρίου, που με θήλασε όταν η μητέρα μου ασθένησε.
Η Περιστέρα, γνωστή και ως Τσιάσι κατά την Οθωμανική περίοδο, είναι ένας μικρός συνοικισμός στη βορειοδυτική Θεσσαλία, κοντά στην Καλαμπάκα. Έχει 240 κατοίκους, κυρίως γεωργούς και κτηνοτρόφους και περιβάλλεται από φυσική ομορφιά, όπως τον ποταμό Πηνειό και λόφους κατάφυτους με βελανιδιές.
Χρωστάω πολλά και μόνο ευχαριστώ μπορώ να δώσω στην κα Εύα Τσαροπούλου γιατί πέρα από επαγγελματική επιμέλεια έκανε μια από καρδιάς επιμέλεια: στη γλώσσα, στη σύνταξη, στη λιτότητα και αποφυγή ‘ευαίσθητων κορωνών’ σα να ζούσε το δικό μου χθες. Ήταν πάντα αυστηρή, στο δίλημμα χρήσιμη και σωστή ή ευχάριστη, πάντα δρούσε σωστά. Θερμά σε ευχαριστώ Εύα.
Σπιτική γαλήνη, και παρότρυνση και στήριξη, και αγάπη χρειάζονται για να γράψεις ένα βιβλίο. Όλα αυτά μου τα εξασφάλισε η δική μου Λίνα, η Γυναίκα μου, με το γ κεφαλαίο. Σε ευχαριστώ θερμά Λίνα για τη στήριξη και την πνευματική τροφή και έμπνευση που μου έδωσες.
Πολλοί οι συγγενείς, συνάδελφοι και φίλοι απόψε, όλοι τους, με περίσσεια χαρά αποδέχθηκαν την πρόσκλησή μου. Αυτό σημαίνει, πολλά, μα πάρα πολλά για μένα! Τους Ευχαριστώ Θερμά! Ωστόσο, λόγω του περιορισμένου χώρου, δεν προσκάλεσα άλλους τόσους. Απολογούμαι γι’ αυτό!
Περιεχόμενα
- Γεννήθηκα και μεγάλωσα…άφησα πίσω τα 18!
- Χωριό μου, χωριουδάκι μου: Περιστέρα Καλαμπάκας
- Χριστούγεννα 1953-54: Χριστούγεννα ζωής
- Κάποτε στους Αγίους Θεοδώρους, στο χωριουδάκι της μάνας μου
- Αχ, βρε Μάνα, πόσο μεγάλη ήσουνα!
- Η καλή μου η γιαγιά, η Θεοπούλα!
- Δύο Απριλίου του 1944
- Αχ, Πατέρα, πόσο, Ντρεπόμουνα, χθες, που ήσουνα αγρότης και Καμαρώνω τώρα!
- Τα γενέθλιά μου σήμερα, 10 Μάρτη!
- Το πάρτι της ζωής μου, Μάρτης 1966!
- Πάσχα στο χωριουδάκι μου το 1956
- Χριστουγεννιάτικη αγρυπνία στην Ιερά Μονή της Θεοτόκου Βυτουμά, στα Μετέωρα
- Η μεγάλη Αποκριά, στο χωριουδάκι μου
- Η εθνική μας γιορτή, κάποτε στην Καλαμπάκα!
- Ο καλός μου δάσκαλος!
- Το Παζάρι στα Τρίκαλα
- Η Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας, η πολυπαινεμένη ΣΜΑ!
- Η Πρώτη Έξοδος στη Σχολή. Σάββατο 23 Νοεμβρίου 1963!
- 116 ΠΜ: Ο πρώτος μου έρωτας!
- 13 Δεκεμβρίου 1967: Τι μέρα κι αυτή!
- Εξήντα δύο χρόνια και δύο μήνες μετά: Οδοιπορικό αναμνήσεων
- Ενθυμήματα των αγαπημένων μικρών πατρίδων μου
- Requiem στον λατρευτό μου γιο Κωνσταντίνο
Εκδήλωση Βιβλιοπαρουσίασης
ΕΑΑΑ, Παναγιώτης Δημητριάδης, Αντιπτέραρχος ε.α.
Αξιότιμοι Υπουργοί, Επίτιμοι αρχηγοί του ΓΕΝ, ΓΕΑ και Λιμενικού Σώματος Βουλευτές, Πρόεδροι και εκπρόσωποι:
Συνδέσμου Αποφοίτων της Σχολής Ικάρων, Επιστημονικού Συλλόγου Μηχανικών της Αεροπορίας, Συνδέσμου Αποφοίτων της ΣΤΥΑ, Στρατηγοί, Ναύαρχοι, Πτέραρχοι, καθηγητές… Αγαπητοί Φίλοι και Φίλες…
Καλώς ήλθατε απόψε, στη φιλόξενη λέσχη των αποστράτων αξιωματικών της Αεροπορίας μας, στην παρουσίαση του βιβλίου του μέλους μας Σμηνάρχου ε.α. Μηχανικού Αναστασίου Μπασαρά.
Όταν ο σμήναρχος αιτήθηκε τη στήριξη και την αιγίδα της ένωσης, ομόφωνα το ΔΣ και με ιδιαίτερη χαρά την παρέσχε.
Το διάβασα καλά το βιβλίο, σμήναρχε, εξαίρετε φίλε Τάσο, και διάβασα πολλά και από τα σχόλια:
Καταπληκτική και κατατοπιστική περιγραφή μιας άλλης εποχής που ... πολλοί έχουμε προλάβει να βιώσουμε. ''Το ψωμί του, το κρέας, το γάλα, το τυρί, το αυγό, τα χόρτα, τα φρούτα, τον τραχανά του - μακαρόνια της εποχής- ήταν όλα παραγωγή της οικογένειας.'' Σήμερα, στις πόλεις, που ζούμε οι περισσότεροι, είμαστε πλήρως εξαρτημένοι από τα ευρώ και τα supermarket.
Υπέροχο κείμενο με ωραία περιγραφή γεμάτη συναισθήματα και εικόνες βίωμα… Πολλά τα πρόσωπα και πιο πολλά τα στοιχεία και όλα αυτά δοσμένα με τον καλύτερο τρόπο!
Τυχαίο το " Πρώτος" καλέ μου αεροπόρε;
Σχολίαζε ο πτέραρχος Γρηγόρης Νούσιας: Παιδικά βιώματα, παιδικές αναμνήσεις. Με το χρώμα του χωριού. Και με περισσότερες μυρωδιές και γεύσεις από το βιός και τα γεννήματα. Ανεξίτηλα σημεία αναφοράς. Εκεί, στις ρίζες, στην «Ελληνική επαρχία, το θεμέλιο του εθνικού μας οικοδομήματος» (αυτό ήταν το θέμα της εκθέσεως στις εισαγωγικές της Σχολής Ικάρων, το 1963).
Με μια αγνότητα στην έκφραση. Με μια ανεπιτήδευτη απλότητα στην περιγραφή. Και παράμερα, η υπερηφάνεια για την καταγωγή, η νοσταλγία για το ''τότε'', ύμνος στην οικογενειακή παράδοση, σεβασμός στους προγόνους. Ναι, το ''ξεκίνημα'' από το χωριό είναι αφετηρία ζωής που σημαδεύει. ''Προχωράς'' και γυρίζεις να δεις.
Αναλογίζεσαι το άλμα που έκανες και παίρνεις δύναμη για το επόμενο. Νοιώθεις υπερήφανος. Με βακτηρία την ελληνική ψυχή μας πήγες σήμερα μια τσιγάρα δρόμο πάρα πέρα, προς τα παρελθόντα, σε ό,τι γνήσιο και ελληνικό! Ώρα για επιστροφή στις ρίζες,
Τάσο! Εύγε! Τάσο, και είχε πολύ δίκαιο ο Κώστας Καρκανιάς, συνίκαρος, που αδιάκοπα σε προέτρεπε: Τάσο μια φορά ακόμη συγχαρητήρια !!! Εκπληκτικό και αυτό το διήγημα Να ξαναπώ, μάζεψε ότι παρόμοιο έχεις γράψει να τα εκδώσεις !
Τι περιγραφή φίλε μου ...Σαν να διάβαζα κεφάλαιο από τη γλαφυρή Λωξαντρα... Θάλεγα μάλιστα καλύτερο το δικό σου γιατί είναι πιο...δικό μας...Άψογο Τάσο. Γράψε γιατί φαίνεται ότι τόχεις...
Συγκλονιστική αφήγηση που μιλάει στις καρδιές κυρίως αυτών που έχουν κάποιες αναμνήσεις από την περιοχή της Θεσσαλίας.. και έζησαν με παππούδες και γιαγιάδες..
Εξαιρετική διήγηση. Σχεδόν κινηματογραφική σε μεταφέρει στην εποχή και στα γεγονότα. Οι χαρακτήρες ηρωικοί, μυθιστορηματικοί. Πολύ χρήσιμο να διαβάζουμε τέτοιες ιστορίες οι νεώτεροι κι ιδιαίτερα η μοσχοαναθρεμμένη νεολαία μας.
Μέσα στο σπονδυλωτό βιβλίο σου εντάχθηκαν και 4 αφηγήματα που αναφέρονται στην Πολεμική Αεροπορία: Η Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας, η πολυπαινεμένη ΣΜΑ!, Η Πρώτη Έξοδος στη Σχολή. Σάββατο 23 Νοεμβρίου 1963!, 116 ΠΜ: Ο πρώτος μου έρωτας!, 13 Δεκεμβρίου 1967: Τι μέρα κι αυτή? Και, ως πρόεδρος της ΕΑΑΑ, ως αεροπόρος, σε ευχαριστώ πολύ.
Καλοτάξιδο καλέ μου συνάδελφε, σyνίκαρε, εξaiρετε Τάσο!
Άγγελος Συρίγος, Βουλευτής της ΝΔ
Με ιδιαίτερη χαρά προσκαλώ τώρα στο βήμα τον καθηγητή, βουλευτή και πρώην Υφυπουργό Παιδείας κύριο Άγγελο Συρίγο για ένα σύντομο χαιρετισμό.
Ο κύριος Συρίγος μας τιμά πολύ συχνά στις εκδηλώσεις του Κέντρου Αριστείας Ακρόπολης, οπότε σήμερα είναι η πιο σημαντική παρουσία σας εδώ, σε αυτή την τόσο προσωπική στιγμή του κυρίου Μπασαρά.
Ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Υπουργέ.
Πτέραρχοι, κύριοι Ναύαρχοι, κύριοι Στρατηγοί, κυρίες και κύριοι.
Πήρα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα χέρια το βιβλίο του Τάσου Μπασαρά.
Ο τίτλος του είναι ενδεικτικός. Το δικό μου χθες είναι αυτό που λέει το βιβλίο.
Τι εννοώ; Ο καθένας μας έχει μια δική του ιστορία. Η ιστορία που έχει αποτυπώνει συνήθως και την περίοδο μέσα στην οποία εξελίσσεται. Παρόλα αυτά παραμένει η δική του προσωπική ιστορία.
Διαβάζοντας το βιβλίο του πτέραρχου βλέπουμε την Ελλάδα μιας άλλης εποχής και παράλληλα βλέπουμε έναν άνθρωπο πως προχώρησε μέσα από την προσωπική του ιστορία.
Σε κάθε βήμα της ζωής του έχει πολλά συγκινητικά σημεία το βιβλίο, τη δύσκολη ζωή στην επαρχία στην περίοδο μετά την περίοδο της Κατοχής και αμέσως μετά τα δύσκολα χρόνια, πως σπούδαζαν τα παιδιά του, πως ήταν ολόκληρο ταξίδι.
Επί παραδείγματι να έρθεις από την Καλαμπάκα στην Αθήνα, πως ήταν οι συνθήκες, πως ζούσαν. Το γεγονός ότι πέρασε στη σχολή και με αυτόν τον τρόπο πέρασε σε μια άλλη διάσταση.
Η αγάπη του για την αεροπορία, όπως βγαίνει σε κάθε σημείο και εδώ, ας με συγχωρέσει η σύζυγός του και το γεγονός ότι λέει η πρώτη μου αγάπη ήταν η αεροπορία, για την ακρίβεια, 116 Πτέρυγα Μάχης, ο πρώτος έρωτας.
Διαβάζοντας το λοιπόν, κάθισα και σκέφτηκα τι είναι αυτό που έχει αλλάξει σήμερα; Διάβαζα ας πούμε για τον δάσκαλο του.
Μας έμαθε γράμματα, και, οι δάσκαλοι σήμερα γιατί δεν έχεις την αίσθηση ότι οι δάσκαλοι μαθαίνουν τον ίδιο τρόπο που μαθαίνανε γράμματα παλιότερα;
Συναντηθήκαμε με τους συμμαθητές μου, και διαπίστωσα εδώ στην Αθήνα. Ήμασταν στο τμήμα 50 παιδιά και τώρα έχει 24 παιδιά Και λέω πως μαζεύτηκαν, πως τα έβγαζε πέρα αυτός ο άνθρωπος; Πενήντα παιδιά. Κι όμως δεν κουνιόταν κανένας. Υπήρχαν και άλλες αρχές και άλλες αξίες τις οποίες βλέπεις να περνάνε μέσα από αυτό το βιβλίο.
Όπως βλέπετε επίσης, πρέπει να αποδείξω την αγάπη του για τη σύζυγό του. Πολύ σημαντικές στιγμές της γνωριμίας σας. Ο πρώτος σας χορός, το παιχνίδι με τη μπουκάλα. Όλα αυτά τα πράγματα πάλι αποτυπώνουν μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και μια συγκεκριμένη εποχή.
Συγκλονιστικό το τελευταίο κεφάλαιο για το γιο σας. Πολύ βαρύ και ασήκωτο και σας ευχαριστούμε που το μοιραστήκατε μαζί μας γιατί χωρίς αυτό πραγματικά δεν έχεις την εικόνα του πατέρα μου.
Από κει και πέρα, στιγμές της ελληνικής ιστορίας, επί παραδείγματι, το κίνημα του Βασιλιά του 1967, το οποίο περιγράφεται τι γινόταν στα χωριά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, την περίοδο της Κατοχής, πώς ήταν η καθημερινή ζωή. Άγριες συνθήκες και όλα αυτά.
Μας δίνει τη δυνατότητα να βουτήξουμε και στην προσωπική του ζωή. Δεν είναι εύκολο πράγμα να γράφεις για σένα. Συνήθως ωραιοποιεί τα πράγματα στο τέλος δηλαδή θέλεις να φανεί μια αισιόδοξη Νότα στο βιβλίο του.
Από την κατάσταση που ζεις υπάρχει σύγκρουση, βεβαίως, αλλά υπάρχει και η αξία της ζωής. Ως μια Γενιά νεότερος. Να ευχαριστήσω θερμά για αυτό το οποίο θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ως αφιέρωμα για τις επόμενες γενιές.
Το δικό σας χθες , κύριε πτέραρχε, είναι ένα μήνυμα για τις επόμενες γενιές. Τι θα ήταν καλό να κάνουμε;
Σας ευχαριστώ πολύ.
Μπασαράς: Δεν θα μπορούσα παρά να καλέσω από τους βουλευτές εκείνους που είναι από το νομό μου.
Έτσι κάλεσα την κυρία Κατερίνα Παπακώστα, η οποία δεν μπόρεσε να είναι απόψε εδώ. Κάλεσα επίσης την κυρία Μαρίνα Κοντοτόλη, βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ στο νομό Τρικάλων.
Κάλεσα, επίσης, και τον βετεράνο υπουργό, τον κύριο Θεόδωρο Σκρέκα και τον ευχαριστώ πολύ.
Σε ευχαριστώ πολύ Μαρίνα.
Σε ευχαριστώ πολύ Θοδωρή που είσαι απόψε εδώ, ο οποίος βέβαια είναι και μακρινός συγγενής μου.
Σοφία Βούλτεψη, Υφυπουργός
Μπασαράς: Καλησπέρα! Πώς τα καταφέρνετε και κλέβετε πάντα την παράσταση;
Βούλτεψη: Ναι, ναι.
Μπασαράς: Και προπάντων, πάντα νέα και όμορφη.
Βούλτεψη: Ευχαριστώ πάρα πολύ Τάσο μου! Αυτό το χρειάζομαι. Εμ συγνώμη για την καθυστέρηση αλλά είχα κάτι που έπρεπε να ολοκληρώσω κι έπρεπε να είμαι στα τηλέφωνα. Και είχε και αρκετή κίνηση επάνω.
Θέλω να πω ότι χαίρομαι πάρα πολύ που βλέπω τόσο πολύ κόσμο συγκεντρωμένο σήμερα εδώ για τον Τάσο, ο οποίος είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο συνδέθηκα πιο πολύ ως άνθρωπο ο οποίος επιδιώκει, κυνηγάει και επιβραβεύει την αριστεία και με βάση αυτή την προσπάθεια του κάναμε αρκετές εκδηλώσεις και μάλιστα σε μία περίοδο που η αριστεία είναι ρετσινιά.
Να πω ωστόσο τώρα ο Τάσος έρχεται με ένα πόνημα, το οποίο παρουσιάζουμε. Παρουσιάζεται σήμερα εδώ και πραγματικά με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
Θα ακούσω και θα διαβάσω γιατί η εμπειρία παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο. Δυστυχώς δεν εκτιμάται τόσο πολύ όσο θα έπρεπε και βρισκόμαστε σε μία πάρα πολύ δύσκολη γεωπολιτικά περίοδο.
Εσείς ανήκετε σε έναν χώρο που έχει δώσει μάχες για την πατρίδα και ουσιαστικά αναγκαστικά μαθαίνετε την ιστορία και την παρακολουθείτε ακριβώς γιατί τα λάθη όταν επαναλαμβάνονται γίνονται όχι φάρσα, τραγωδία όταν τα μαθαίνουμε. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό.
Εγώ αυτό που θέλω να πω είναι ότι εκτιμώ τους ανθρώπους οι οποίοι δεν καταθέτουν ποτέ τα όπλα, συνεχίζουν να ενδιαφέρονται για την πατρίδα τους και προσπαθούν μάθουν να λένε την αλήθεια και να μην πέφτουν θύματα παραπληροφόρησης.
Έχω πει πάρα πολλές φορές τον τελευταίο καιρό γιατί βλέπω στη χώρα μας Άγγελε. Τον συναντάς και εσύ στο δημόσιο διάλογο μια εθελόδουλη ξενομανία. Να πούμε πόσο καλά τα κάνει η Τουρκία, πόσο σημαντικό είναι το αποτύπωμά της, πόσο γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά έχει εξαπλωθεί.
Αλλά η Ελλάδα δεν μπορεί να συγκριθεί με την Τουρκία, γιατί η Ελλάδα είναι κράτος δικαίου. Η Ελλάδα έχει τις ένοπλες δυνάμεις της για να υπερασπίζονται τα πάτρια εδάφη. Δεν τις έχει για να τις στέλνει σε άλλες χώρες, να βομβαρδίζει το Ιράκ, τη Συρία, να πηγαίνει στην Αφρική, να να λειτουργεί και να διατηρεί μισθοφορικό στρατό, να βάζει επικεφαλής Τούρκους αξιωματικούς, Σύρους μισθοφόρους να δέχεται φέρετρα.
Άρα μιλάμε για κάτι το εντελώς διαφορετικό. Μιλάμε για χώρα και αξιωματικούς που υπερασπίζονται την πατρίδα και για χώρα η οποία δεν χρησιμοποιεί τη διπλωματία, αλλά επιθετικά στρατιωτικά μέσα για να πει ότι έχει κάποιο αποτύπωμα.
Με αυτόν τον τρόπο θέλω να πω ότι εμείς είμαστε πάντοτε περήφανοι για τις Ένοπλες Δυνάμεις μας και σίγουρα ξέρουμε ότι έχουν υποστεί οι βετεράνοι μας πολλά, όπως και όλοι οι βετεράνοι σε αυτή τη χώρα.
Και θέλω να συγχαρώ τον Τάσο και για το πόνημά του και για το γεγονός ότι συγκέντρωσε όλους και όλες εδώ. Να είστε καλά. Ευχαριστώ.
Βίκυ Φλέσσα
Καλησπέρα σας φίλες και φίλοι.
Θα ήθελα καταρχάς να ζητήσω συγγνώμη διότι εξαιτίας μιας ορθοπεδικής χειρουργικής επέμβασης δεν κατάφερα απόψε το βράδυ να είμαι κοντά σας και να εκφράσω ταυτόχρονα την χαρά και την τιμή να συμμετάσχω, έστω και χάρη στην τεχνολογία, σε αυτή την παρουσίαση.
Θα ήθελα λοιπόν να σας καλησπερίσω όλες και όλους και ιδιαίτατα τους ομιλητές, την κ. Βούλτεψη, τον κ. Συρίγο, τον Πτέραρχο κύριο Δημητριάδη, όπως επίσης και τον συγγραφέα, τον αγαπητό κύριο Αναστάσιο Μπασαρά, την Ερίτιμη σύζυγό του, την Λίνα, καθώς επίσης και τη γλυκύτατη συντονίστρια της αποψινής παρουσίασης, την πολύ καλή μου φίλη κυρία Εύα Τσαροπούλου.
Θέλω να πω ότι το «ρούφηξα». Θα χρησιμοποιήσω αυτό το ρήμα, το βιβλίο του κυρίου Μπασαρά και η αλήθεια είναι ότι έμαθα πάρα πολλά για έναν άνθρωπο σεβάσμιο, τον οποίον εκτιμώ και θαυμάζω για όσα έχει καταφέρει.
Είναι φανερό ότι όχι μόνον ως συνιδρυτής του Κέντρου Αριστείας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, αλλά και εξ απαλών ονύχων, η αριστεία κυλάει στις φλέβες του.
Πρώτος στο σχολείο, πρώτος εισήχθη στις ΣΜΑ. Υπηρέτησε για περισσότερα από 25 χρόνια την Πολεμική μας Αεροπορία. Σπούδασε παράλληλα επί πλέον στην Αμερική και την Ευρώπη.
Αλλά αυτό που συγκράτησα από την ανάγνωση του πολύ γοητευτικού βιβλίου του είναι ότι όταν ήταν μικρός έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του και μάζευε χαμομήλι και άγρια χόρτα για να πάει η μητέρα του να τα πουλήσει στη λαϊκή και να φέρει στο σπίτι λίγο μοσχάρι, όπως λέει, και πάντοτε λουκουμάκια για τα παιδιά.
Και, είναι ολοφάνερη η υπερηφάνεια του γιου του αγρότη που τα κατάφερε, σημειώνει και δίνει ένα παράδειγμα προς τις νέες γενιές ότι όταν είσαι άριστος, κανείς ποτέ, ουδείς και ουδέν μπορεί να σε σταματήσει.
Η αλήθεια είναι ότι το σημαντικότερο για μένα που έχει το βιβλίο αυτό του κυρίου Μπασαρά είναι πως ζωντανεύει στα μάτια μας μια Ελλάδα την οποία την έχουμε ζήσει όσες και όσοι έχουμε μεγαλώσει στην επαρχία και αποτελεί έναν ύμνο, δίχως ενδεχομένως ο ίδιος να το γνωρίζει στον ελληνικό πολιτισμό.
Διότι υμνεί τη μία από τις τρεις πλευρές του ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος είναι τρισυπόστατος. Η αρχαία ελληνική μας παράδοση. Η βυζαντινή παράδοση με την Ορθοδοξία και ο λαϊκός πολιτισμός. Η άυλη πολιτιστική μας κληρονομιά.
Υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια στοιχεία τα οποία μπορεί ο αναγνώστης να βρει στο βιβλίο του Μπασαρά, καθώς επίσης και πολλές άγνωστες λέξεις. Θαυμάστε ιδιαιτέρως αυτή την πλευρά του βιβλίου, γιατί έχει την τοπική διάλεκτο, τη ντοπιολαλιά.
Συγκρατώ δύο στιγμές πολύ συγκινητικές, που δείχνουν και το ήθος του κυρίου Ψαρρά. Το πρώτο ότι στο κιόσκι του ναΐσκου που έφτιαξε στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, εκτός από τα ονόματα των γονέων του, μνημόνευσε και το όνομα του δασκάλου τους στο δημοτικό, γράφοντας ότι είμαστε οι γονείς μας και οι δάσκαλοι μας. Και πράγματι έτσι είναι αγαπητέ κύριε Μπασαρά. Προσυπογράφω.
Και, τέλος ένα γράμμα το οποίο όταν πέτυχε στη σχολή έγραψε στα κρυφά στη μητέρα του και σε πρώτο πρόσωπο της μιλά και της λέει ότι όταν θα συναντηθούμε, αν δεν έχεις μάθει γράμματα, εγώ θα το διαβάσω. Και να σου πω ό,τι τα έκανα όλα για σένα. Γι αυτό το μελαγχολικό χαμόγελο, για να το βλέπω και το χάδι σου στα μαλλιά.
Και εκτός από τον πόνο που έχει δοκιμάσει ο κύριος Αναστάσιος Μπασαράς στη ζωή του, μαζί με τη Λίνα, κατάλαβα ότι αυτό το αχνό, μελαγχολικό χαμόγελο που διαγράφεται συχνά στο πρόσωπό του, είναι ενδεχομένως και μια κληρονομιά από την αγία Μητέρα του, Αγία Μάνα, όπως την αποκαλεί.
Εύχομαι μέσα από την καρδιά μου καλοτάξιδο το βιβλίο.
Εύα Τσαροπούλου, Συντονίστρια βιβλιοπαρουσίασης
Κυρίες και κύριοι,
Κάπου εδώ νομίζω ότι ήρθε η ώρα να συστηθώ, με τη σειρά μου κι εγώ.
Είμαι η Εύα Τσαροπούλου και έχω τη χαρά και την τιμή να φορώ δύο καπέλα απόψε: Με το ένα συντονίζω τη σημερινή βραδιά και με το άλλο θα σας «παρουσιάσω» το βιβλίο που κρατάτε ή θα κρατήσετε στα χέρια σας.
Είχα την ευθύνη της επιμέλειάς του και, πέρα από τον ρόλο αυτό, με συνδέουν δεσμοί βαθιάς φιλίας με τον συγγραφέα και με την οικογένειά του.
Η εμπλοκή μου σε αυτή την έκδοση υπήρξε για μένα μια εμπειρία ουσίας, συγκίνησης και προσωπικής τιμής.
Μαζευτήκαμε λοιπόν, σήμερα εδώ, για να γιορτάσουμε τη γέννηση ενός «πνευματικού παιδιού»…
Δεν είναι το πρώτο, αλλά μοιάζει να είναι το πιο σημαντικό, για τον συγγραφέα, τον κ. Αναστάσιο Μπασαρά, με τους πολλούς και δύσκολους τίτλους να συνοδεύουν το βιογραφικό του.
Αλλά για μένα είναι απλώς «ο κύριος Τάσος», που με έχει τιμήσει τόσο πολύ με την αγάπη του και την εμπιστοσύνη του, με έχει βάλει στο σπίτι του και στη ζωή του κι έτσι σήμερα μπορώ με την ίδια απλότητα, με την ίδια ειλικρίνεια να σας παρουσιάσω αυτό το σημαντικό παιδί του.
Ξέρετε, οι άνθρωποι είμαστε πολλά περισσότερα απ’ τους τίτλους που συνοδεύουν το όνομά μας. Κι αυτά τα πολλά περισσότερα τον πιο πολύ καιρό, στον πιο πολύ κόσμο δεν τα δείχνουμε, δεν τα μολογάμε. Αλλά υπάρχουν στιγμές, υπάρχουν άνθρωποι που είναι μαζί μας, όχι για τη σημαντικότητα αυτών των τίτλων, αλλά γιατί τους είμαστε σημαντικοί εμείς, οι αληθινοί εμείς, όπως ξυπνάμε το πρωί, όπως γκρινιάζουμε για τους πόνους που έχει το σώμα μας που μεγαλώνει, όπως νευριάζουμε όταν κάτι δεν μας πάει καλά, όπως δακρύζουμε όταν συγκινούμαστε -επιτέλους ελεύθερα- μπροστά τους.
Το είχε πει και η Βλαχοπούλου στην ταινία «φωνάζει ο κλέφτης», στον άντρα της, τον αείμνηστο Παπαγιαννόπουλο, τον στρατηγό, όταν εμφανίστηκε μπροστά της φορώντας τα φαρδιά εσώρουχά του: «Δεν μου λες, παιδάκι μου, σ’ έχουνε δει οι στρατιώτες σου έτσι ποτέ;», για να της απαντήσει ο Παπαγιαννόπουλος: «Μα δεν εμφανιζόμουν στους στρατιώτες με τα σώβρακα!» και για να τον αποστομώσει κατευθείαν εκείνη: «Το ξέχασα ότι έχω μόνο εγώ το προνόμιο να βλέπω αυτή την ομορφιά κάθε μέρα!»
Κι όσο κι αν το έλεγε ειρωνικά, απαυδησμένη μαζί του, είναι μεγάλη αλήθεια ότι πρόκειται για «προνόμιο», το να μπορούμε να βλέπουμε τον αληθινό, καθημερινό άνθρωπο, πίσω απ’ τη «στολή». Την όποια στολή, που αναγκάζεται να φοράει διαρκώς, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον κόσμο γύρω του…
Με αυτό το βιβλίο, αυτό το προνόμιο που μέχρι τώρα ανήκε σε λίγους, μοιράζεται σε όλους…
«Το δικό μου χθες» δεν μιλάει μόνο για τον αριστούχο της ΣΜΑ, του Κεντ και των διαφόρων σχολών Πληροφορικής ανά τον κόσμο. Δεν μιλάει ούτε μόνο για τον σκληρά αφοσιωμένο αξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας, ούτε για τον επικεφαλής τομέων αεράμυνας στο ΝΑΤΟ.
Μιλάει για ένα μικρό αγόρι, που γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, στη σκιά του Κόζιακα, σε ένα χωριουδάκι άγνωστο για τους πολλούς, μα πολύ σημαντικό για εκείνον, την Περιστέρα.
Ένα αγόρι που θυμάται πάντα τις μυρωδιές του τόπου του και των ανθρώπων του, που θαύμαζε τη μάνα του, την ηρωΐδα μάνα της ελληνικής επαρχίας, που νανουριζόταν στην ποδιά της γιαγιάς του, της μανιάς Θεοπούλας, που ένιωθε τις αλλαγές των εποχών, που ζούσε τις μεγάλες γιορτές με κατάνυξη, γιατί τότε όλα φάνταζαν πολύ μεγάλα και σημαντικά από το μπόι του.
«Το δικό μου Χθες» μιλάει ακόμα για εκείνο το μικρό αγόρι που ονειρευόταν κάτι καλύτερο για τη ζωή του, όταν έβοσκε τα προβατάκια του πατέρα του, που ήθελε να σπουδάσει, ήθελε να αριστεύσει, να πάει μπροστά και να γίνει -όπως και έγινε- το καμάρι των γονιών του, στήριγμα για τ’ αδέλφια του και μέχρι σήμερα, τώρα που μιλάμε, το βλέμμα του είναι πάντα στραμμένο εκεί πίσω, σε εκείνα τα μέρη για τα οποία ακόμα ονειρεύεται και επιθυμεί να κάνει πράγματα…
Σε όλη τούτη τη διαδρομή που το μικρό αγόρι περνάει, θεριεύει, μεγαλώνει, ανδρώνεται, υπήρξαν συνοδοιπόροι, υπήρξαν άνθρωποι που τον στήριξαν, τον αγάπησαν και πίστεψαν σε αυτόν. Εκτός απ’ τους γονείς, τον δάσκαλο, τον μεγάλο αδελφό, υπήρξε η συνοδοιπόρος της ζωής του, η κα Λίνα Γριβάκου Μπασαρά.
Από πολύ νωρίς δίπλα του, πιασμένη απ’ το χέρι του, περπάτησε όχι μόνο τη διαδρομή του σε όλες τις πόλεις, σε όλες τις χώρες που γύρισε, μέσα απ’ τις πολλές μεταθέσεις του. Εκείνη καλούνταν να εγκατασταθεί, μαζί με τα μικρά της, σε καινούργια φωλιά. Να τη χτίζει κάθε φορά απ’ την αρχή, σε νέα, άγνωστα και κάποιες φορές αφιλόξενα μέρη και να την κάνει ζεστή και για εκείνον και για τη μικρή τους οικογένεια.
Εκείνη δικαίωσε το γνωστό «πίσω από κάθε σπουδαίο άνδρα, υπάρχει μία σπουδαία γυναίκα», κάνοντας τα ξινά γλυκά, κάνοντας κουμάντο στα λίγα που είχαν στην αρχή, πολλαπλασιάζοντάς τα, μεγαλώνοντας μαζί του, σπουδάζοντας κι εκείνη, σε κάθε ευκαιρία που της παρουσιαζόταν, αλλά κυρίως μεγαλώνοντας τα δύο τους αγόρια.
Κι όταν η ζωή, σε κάποια μαύρη της στροφή, έφερε τις μεγάλες απώλειες, ήταν το δικό της χέρι που κράτησε το δικό του, για να βγουν, αν βγαίνει ποτέ κανείς στ’ αλήθεια, σε μια καινούργια «επιφάνεια», για να συνεχίσουν να αναπνέουν και να ζουν, γιατί αυτό έτσι έπρεπε να γίνει, που έλεγε η Λωξάντρα, κάθε φορά που η μοίρα της έφερνε κάποια νέα συμφορά.
Αν μου επιτρέπετε μια προσωπική αναφορά, το κεφάλαιο που με άγγιξε περισσότερο είναι το τελευταίο.
Είναι ένα κείμενο που δεν μπορώ να διαβάσω χωρίς να εμπλακώ συναισθηματικά και γι’ αυτό δεν θα το κάνω. Θα σας αφήσω να το ταξιδέψετε μόνοι σας.
Ωστόσο, μπορώ να σας πω ότι αυτό που προσωπικά μου άρεσε γενικά στο βιβλίο, είναι ο τρόπος ο βαθύς και ανθρώπινος, με τον οποίο ο συγγραφέας "δικαιώνει" τους ήρωες της ζωής του.
Τον πατέρα του, για τον οποίο κάποτε ένιωθε ντροπή επειδή ήταν αγρότης και αργότερα καμάρωνε γι’ αυτόν με περηφάνια.
Τη γιαγιά του, που του έδωσε όλη την αγάπη που είχε μέσα της φυλαγμένη, ίσως λίγο παραπάνω απ’ τα άλλα της εγγόνια, μόνο και μόνο γιατί είχε το όνομα του παππού του, που τον σκότωσαν οι Γερμανοί…
Τη μάνα του, που δεν ήταν μόνο η ψυχή του σπιτιού, αλλά και ο οικονομικός του εγκέφαλος, με τις περιοδείες της στα παζάρια πάνω στη γαϊδουρίτσα της.
Τον δάσκαλό του, αυστηρό και αμείλικτο στην ανυπακοή, που όμως έγινε φωτεινός φάρος στη ζωή του. Ένας άνθρωπος που ήθελε να τους διδάξει τα πάντα — από μουσική και τραγούδι, μέχρι πώς να καλλιεργούν τον δικό τους κήπο. Πράγματα που για την εποχή ήταν αδιανόητα, ίσως και "άχρηστα", αλλά τελικά ήταν πολύ πιο μπροστά απ’ την εποχή του.
Σημαντική η αναφορά στην ΣΜΑ, τη μεγάλη του αγάπη, για την οποία κοπίασε πολύ, στους συμφοιτητές του, στα καψώνια που έκαναν οι παλιοί στους «αρχιψάρακες», αλλά και στον σεβασμό στο απόλυτο ρεκόρ της Αεροπορίας, που ποτέ δεν άφησε κανέναν μονάχο εκεί πάνω…
Το βιβλίο εμπλουτίζεται από παλιές φωτογραφίες, που λειτουργούν σαν μικρά παράθυρα στον χρόνο.
Και παρότι τα κεφάλαια δεν ακολουθούν μια αυστηρά χρονολογική σειρά, αυτό το "πήγαινε-έλα" ανάμεσα στο μακρύ και στο πιο «σύγχρονο» παρελθόν τονίζει τη σημασία των γεγονότων και των μνημών.
Γιατί οι μνήμες δεν υπακούν στη λογική της γραμμικής αφήγησης — υπακούν στη λογική της καρδιάς.
Αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς μια αυτοβιογραφία. Είναι μια πράξη αγάπης, μνήμης και συμφιλίωσης με το παρελθόν.
Δεν θα διαβάσετε τα πάντα, δεν φτάνει ένα βιβλίο στη ζωή του καθενός μας να περιγράψει όλη μας τη ζωή, ιδίως όταν ακόμα αυτή δεν έχει τελειώσει και μας παίζει κάθε μέρα κι ένα καινούργιο κρυφτό.
Και ίσως ακόμα ακόμα, αυτά που θα διαβάσετε να μην έγιναν κι απολύτως έτσι, καθώς η μνήμη πολλές φορές ξεγελιέται κι αν δεν αποτυπωθεί αμέσως, τότε γίνεται γλυκόπικρη ανάμνηση και πλέον γράφουμε γι’ αυτά που μας έκανε να αισθανθούμε κι όχι ακριβώς για όλα όσα έγιναν.
Όμως κι αυτό μόνο αλήθεια μπορείς να το πεις, γιατί στο τέλος της μέρας, αυτό που μένει είναι το πώς μας έκαναν τα γεγονότα να νιώσουμε κι όχι οι λεπτομέρειές τους.
Αυτό που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, είναι πως θα διαβάσετε ένα καλογραμμένο βιβλίο, με μία απλοϊκή γλώσσα, κατανοητή απ’ τον καθένα, γιατί μιλάει με την ειλικρίνεια της ψυχής του συγγραφέα, που ξαναγίνεται παιδί, όταν διηγείται όσα έζησε.
Πολύ γρήγορα θα ξεχάσετε ό,τι διαβάζετε και θα μπείτε στην «εικόνα», θα ξετυλίγονται γρήγορα κι εύκολα οι μνήμες και -όσοι τον γνωρίζετε- θα νομίζετε ότι ακούτε τη φωνή του να αφηγείται, με το γνωστό, αργόσυρτο ρυθμό του και τα άπειρα «Και» στην αρχή των προτάσεων, μεγάλη πληγή για τον επιμελητή του
Το βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε είναι κι ένα έργο εσωτερικής αναζήτησης και βαθιάς προσωπικής κατάθεσης.
Ο συγγραφέας μας προσφέρει ένα πολύτιμο νήμα ζωής, υφασμένο με ειλικρίνεια, ευαισθησία και στοχασμό.
Η αφήγηση που ξεδιπλώνεται μέσα από ξεχωριστά κεφάλαια μας ταξιδεύει στις μεταθέσεις του, στα μέρη που έζησε και υπηρέτησε και σε ένα συγκινητικό οδοιπορικό που έκανε χρόνια αργότερα, επιστρέφοντας σε όλα εκείνα τα σημεία της μνήμης.
Ως επιμελήτρια του βιβλίου, είχα την τύχη να το διαβάσω πρώτα με τα μάτια της γλώσσας και της δομής, αλλά πολύ σύντομα βρέθηκα να το διαβάζω με την καρδιά.
Η σχέση μου με τον συγγραφέα και την οικογένειά του, όπως είπα και παραπάνω, είναι σχέση βαθιάς φιλίας, και αυτό έκανε την εργασία μου όχι απλώς τεχνική, αλλά ουσιαστική και συγκινητική.
Το ύφος γραφής του κ. Μπασαρά είναι λιτό, άμεσο και βαθιά ανθρώπινο. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να επικοινωνήσει.
Με λόγο καθαρό, καταφέρνει να μεταδώσει συναισθήματα, να ανασύρει μνήμες και να μοιραστεί εμπειρίες, με τρόπο που αγγίζει τον αναγνώστη.
Δεν προσπαθεί να σας πείσει για τίποτα, ούτε προσπαθεί να σας αποδείξει τίποτα. Δεν ενδιαφέρεται να φανεί αρεστός, δεν διστάζει να μιλήσει για τις μεγάλες πίκρες του, τις αδυναμίες του και τους πόνους του.
Προσπαθεί μόνο να διατηρήσει τις μνήμες του ζωντανές, να ξορκίσει τα κακά, εκείνα που του στέρησαν ό,τι του στέρησαν. Να δείξει ευγνωμοσύνη για τα καλά. Για τους ανθρώπους του, για τη γυναίκα της ζωής του, για τον γιο του τον Γιώργο, που είναι δίπλα του.
Και σήμερα, μας κάλεσε όλους εδώ, να γιορτάσουμε αυτό το Χθες μαζί του, να μοιραστούμε τη χαρά του που κατάφερε να το αποτυπώσει, όπως ο ίδιος ήθελε, για να το αφήσει αναλλοίωτο στον χρόνο. Διότι το Αύριο είναι πάντα εδώ και κανείς μας δεν το ξέρει…οπότε to be continued…
Ευχαριστώ πολύ τον κ. Τάσο που μου εμπιστεύτηκε το «παιδί» του, να το επιμεληθώ, να το ντύσω και να το στολίσω, μου έκανε την τιμή να με ρωτάει κάθε στιγμή για την κάθε λεπτομέρεια, κυρίως όμως που έπιανε τον λόγο μου κι ακολουθούσε τις συμβουλές μου.
Κι ευχαριστώ πολύ κι εσάς που με ακούσατε!
Μαρίνα Καρδαμίτση
Έχω την ευτυχία να έχω γνωρίσει τον κύριο Κατσαρά σε πολύ ωραίες, ευχάριστες καλοκαιρινές στιγμές κάτω από μια μουριά.
Έχουμε κάνει κατάθεση ψυχής και στο πλαίσιο αυτό μου μίλησε για το παιδί του αυτό το βιβλίο με κάποιες σκέψεις για το πώς μπορεί να παρουσιαστεί, για το πώς μπορεί να παρουσιαστεί και ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι διαθέτει τεράστια εμπειρία.
Και τρομάζουμε πραγματικά. Ευχαριστίες για τις πρωτιές παντού. Πρώτος. Από μικρό παιδί μέχρι και τώρα. Ναι, ναι, με συγχωρείτε, με συγχωρείτε, είναι ταπεινός άνθρωπος και αυτό είναι κάτι το οποίο εμένα με γοητεύει πάρα πολύ.
Γιατί η λιτή προσωπικότητα, η ταπεινή προσωπικότητα είναι αυτή που έχει μεγαλύτερο περιεχόμενο, κατά την ταπεινή προσωπική μου άποψη.
Πολλά ειπώθηκαν για το βιβλίο αυτό. Νομίζω ότι ειπώθηκαν τόσα πολλά που περισσεύει η δική μου θέση πάνω σ αυτά τα θέματα.
Πραγματικά διάβασα αυτό το βιβλίο και μου γεννήθηκαν πολλά συναισθήματα. Δεν είναι η πρώτη φορά βέβαια που μου γεννιούνται πολλά συναισθήματα. Νοσταλγία για κάποιες εποχές που έφυγαν ανεπιστρεπτί, για τα παιδικά μου χρόνια, για το σχολείο μου το δημοτικό, για τους δασκάλους μου. Γιατί κι εγώ δεν είμαι πολύ μακριά από την ηλικία του κύριου Βασσάρα. Επομένως νοσταλγία, τρυφερότητα.
Μ αρέσει πάρα πολύ όταν μιλάει κιόλας για τη γυναίκα του και δεν αναφέρεται στη γυναίκα του. Λέει η Λίνα μου κι εμένα αυτό γεμίζει τα μάτια μου όταν τ ακούω. Πραγματικά μέσα σε όλο αυτό λοιπόν αναφέρει πολύ όμορφες και τρυφερές στιγμές. Πάρα πολλές εικόνες για μένα αναφέρονται μέρη με τα τοπωνύμια τους, τα οποία ποτέ δεν είχα ακούσει και δεν είχα επισκεφτεί. Μου άνοιξε η όρεξη να τα επισκεφτώ.
Συνέντευξη: Κύριε Μπασαρά, τα περιγράφετε κατά τρόπον ώστε να θέλω να τα επισκεφτώ και εγώ. Είναι αχαρτογράφητα αυτά, αλλά με ενδιαφέρει. Και εν πάση περιπτώσει μου γεννήθηκαν πολλά ερωτηματικά. Ερωτηματικά τα οποία έχετε την καλοσύνη από ό, τι έχουμε συμφωνήσει να μου να μου απαντήσετε μέσα από μία σειρά όχι πολλών λίγων ερωτήσεων, μέσα από τις οποίες και θα εξηγήσετε πώς γράψατε αυτό το βιβλίο, πώς το εκθέσατε αυτό το βιβλίο, τι σημαίνει για εσάς αυτό το βιβλίο και θα βγάλετε τη δική σας εκδοχή γι αυτό που λέτε, παιδί σας. Θέλω να ελπίζω ότι θα υπάρξουν και άλλα παιδιά ακόμα. Είστε μια νεανική ψυχή και αυτό το βλέπουμε, το βλέπουμε συνεχώς σε κάθε εκδήλωση της ζωής σας και γι αυτό θα σας ευχαριστήσω πάρα πολύ που με τιμήσατε με την συνέντευξη που με καλέσατε να σας πάρω, παρά το γεγονός ότι δεν είμαι δημοσιογράφος, όπως ακούσατε, είμαι άνθρωπος της εκπαίδευσης ενηλίκων και επομένως θα μου επιτρέψετε να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις μέσα από τις οποίες και οι υπόλοιποι συνάδελφοί σας ακροατές στην προκειμένη περίπτωση, θα έχουν την ευκαιρία να ακούσουν κάποια πράγματα πάνω στις απαντήσεις που θα πάρω κι εγώ. Λοιπόν, κύριε Μπασαρά, γνωρίζω ότι το βιβλίο σας αποτελεί συρραφή μικρότερων διηγημάτων, τα οποία ανεβάσατε στο διαδίκτυο, που έβλεπαν και σχολίαζαν οι ακόλουθοί σας, κοινώς followers. Πώς προέκυψε; Κατ αρχήν να γράψετε αυτά τα διηγήματα και στη συνέχεια να τα συγκεντρώσετε και να συγκροτήσουμε με αυτά το υλικό του βιβλίου σας; Πιο συγκεκριμένα, πώς γεννήθηκε η ιδέα και ποια ανάγκη σάς κάλυψε η συγγραφή και έκδοση του εν λόγω υλικού.
Μπασαράς: Είναι δική μου η χαρά Μαρίνα που δέχτηκες. Που δέχτηκες να πάρεις αυτή τη συνέντευξη; Δεν μπορώ να πω ότι αυτό ήταν το πρώτο μου βιβλίο. Είχα γράψει τρία κομμάτια, αλλά ήταν καθαρά επιστημονικά τεχνικά βιβλία. Μάλιστα, κάθε φορά που η Πολεμική Αεροπορία με έστελνε σε μια μεγάλη εκπαίδευση, όπως το 1970, που μου έδωσε τη χαρά να είμαι ένας από τους πρώτους που πήραν εκπαίδευση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στον προγραμματισμό εγκεφάλους τους λέγαμε τότε προκειμένου η Πολεμική Αεροπορία να αυτοματοποιήσει το σύστημα αεράμυνας. Γύρισα και στα 26 μου έγραψα τη βασική θεωρία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Μάλιστα δεν είχα λεφτά να το εκδώσω και το χέρι μου ήταν σταθερό τότε και το έγραψα με το χέρι πάνω σε μεμβράνες.
Το δεύτερο βιβλίο ήταν στα 1981. Η ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας έκρινε ότι έπρεπε να πάρω μετεκπαίδευση στις ψηφιακές τηλεπικοινωνίες, ναι μιλάμε για ψηφιακές τηλεπικοινωνίες στα 1977 78 και 40 χρόνια μετά να είναι τα πάντα ψηφιακά. Αντιλαμβάνεστε πόσο τυχερός ήμουν. Αυτό με έκανε, όταν γύρισα στην Πολεμική Αεροπορία και υπηρετούσα στο ΓΕΑ, για 5 χρόνια, ήμουν επισκέπτης καθηγητής στη Σχολή Ικάρων, στη ΣΜΑ, και άλλαξα τελείως το μάθημα της θεωρίας των Τηλεπικοινωνιών, εκείνη την εποχή.
Αργότερα βέβαια δεν ήταν η Πολεμική Αεροπορία εκείνη που με έστειλε στο ΝΑΤΟ, αλλά με τον έναν ή τον άλλον τρόπο επέλεξα να αφήσω την Πολεμική Αεροπορία και να συνεχίσω την καριέρα μου στο ΝΑΤΟ. Και είχα μια πάρα πολύ μεγάλη τεχνογνωσία γύρω από τα logistics και έγραψα το Logistics Management, Engineering and Support και βλέπω σήμερα οι ένοπλες δυνάμεις προσπαθούν να εισαγάγουν μια νέα ειδικότητα στη δομή των Ενόπλων Δυνάμεων. Αυτή του Logistician Αυτά ήταν βέβαια επιστημονικά βιβλία.
Κάποια Χριστούγεννα, δυο τρία χρόνια πριν, ήταν καλό. πρέπει να πω, το φαγητό, η Λίνα μαγειρεύει ωραία. Ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα, εκείνη η γαλοπούλα με κάστανο, ήταν ωραία. Και, όταν το απόγευμα χαλάρωσα, ήρθαν οι σκέψεις και οι αναμνήσεις από το 1953.
Έβγαινα από μια πατριαρχική οικογένεια με τέσσερις οικογένειες και με 17 άτομα. Και η μάνα μου, ούτε τριάντα χρονών τότε, αποκτούσε το πρώτο σπιτάκι για να βάλει τα 4 παιδιά της και κάναμε τα πρώτα Χριστούγεννα σαν οικογένεια και μου ρχόντανε οι λέξεις μία μία, τις άφηνα στην άκρη, το βράδυ τις ξανασκέφτηκα, την άλλη μέρα τις είπα στο κινητό μου τηλέφωνο. Το απόγευμα έκανα το transcription και άρχισα να γράφω. Και βγήκε ένα ωραίο αφήγημα το οποίο το έβαλα στο Favebook και προς μεγάλη έκπληξη είχα σχεδόν χίλιες καρδιές και σχεδόν 200-250 κολακευτικά σχόλια.
Aυτή ήταν η αρχή. Ύστερα ήρθαν τα γενέθλιά μου 10 Μάρτη. Τι να γράψω; Να βάλω λουλούδια κτλ. Έγραψα 10 Μάρτη τα γενέθλια μου και εξιστόρησα όλη την γέννα της μάνας μου και όσοι είναι από την επαρχία ζήσανε με τέτοιες γέννες και ξέρουν ότι τότε δεν υπήρχαν ούτε μαιευτήρες ούτε νοσοκόμες και υπήρχε μια μαμή στο χωριό.
Και έτσι, κυρία Βούλτεψη, να μην γκρινιάζουμε ότι δεν έχουμε καλό σύστημα υγείας σήμερα, να πάνε εκεί στα χρόνια του 50 για να δούνε αν οι αγρότες είχαν ποτέ υγεία και αν ποτέ το κράτος τους πλήρωσε τα φάρμακα.
Ύστερα ήρθαν και άλλα αφηγήματα, ύστερα πολλοί φίλοι κάποιον τον ανέφερε και ο κύριος Δημητριάδης στην αρχή, ο φίλος μου ο Κώστας ο Καρχαρίας. Πρέπει να τα μαζέψεις αυτά Τάσο σε ένα αφήγημα και γράφτηκαν και τα υπόλοιπα. Και τα αγαπούσα βέβαια και τα ζούσα, όπως έλεγε η Εύα πιο πριν. Έτσι ήταν η αρχή.
Μαρίνα Καρδαμίτση: Στο βιβλίο σας υπάρχει λεπτομερής αναφορά ιστορικών γεγονότων, ονομάτων, τοπωνυμίων, ημερομηνίες ορόσημα για τη ζωή σας. Είναι σαφές ότι έχετε εξαιρετικά καλή μνήμη ή πολύ καλούς φίλους και συνεργάτες ή αξιόπιστες πηγές στις οποίες ανατρέξετε για να μας δώσετε αυτές τις πληροφορίες. Τι από όλα αυτά συνέβη; Κάποια από αυτά ή όλα μαζί;
Μπασαράς: Σίγουρα δεν έχω αξιόπιστες πηγές. Αλλά ευχαριστώ το Θεό. Μου έδωσε μια εξαιρετική, μια φοβερή μνήμη και αυτό βοήθησε πάρα πολύ. Ξέρετε εμείς οι μεγαλύτεροι όταν πέφτουμε το βράδυ δε μας παίρνει εύκολα ο ύπνος και κάνουμε σκάρο στις αναμνήσεις μας, δεν ξέρουν όλοι αυτή τη λέξη. Τι σημαίνει σκάρος; Στις αναμνήσεις σημαίνει ότι τις βγάζουμε την νύχτα στον κάμπο , στην εξοχή για βοσκή. Και έτσι ερχόντουσαν όλα τα τοπωνύμια στο χωριουδάκι μου, στο ποτάμι, στη ριβιέρα, στους λόφους, στα Μετέωρα, στους φίλους, στους συγγενείς, στα μικρά ονόματα. Έτσι ήρθαν αυτά. Το κυρίαρχο ήταν η μνήμη αλλά και η αγάπη. Να γυρίζω πίσω, να τα ξαναζώ αυτά και αυτό. Κάπου εκεί στις πρωινές ώρες έφερνε το γλυκό ύπνο και τον ελαφρύ.
Μαρίνα Καρδαμίτση: Μήπως μπορείτε να μας δώσετε το μυστικό της μνήμης αυτής; Νομίζω ότι όλους μας ενδιαφέρει εδώ, σε αυτή την αίθουσα. Το μυστικό αυτής της μνήμης. Τι κάνατε και έχετε αυτή τη μνήμη; Γιατί τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση έχει αρχίσει και λιγάκι μου δημιουργεί κάποια προβλήματα.
Μπασαράς: Για να είμαι ειλικρινής, κανένας μας δεν έχει κακό παρελθόν. Όλοι μας έχουμε ζήσει όμορφα πράγματα, ζήσαμε και καλά και κακά πράγματα. Να πάψουμε να γκρινιάζουμε ότι αν δεν φτάσαμε εκεί που φτάσαμε ήταν τα συστήματα ή ήταν τα κόμματα; Ήταν οι ηγεσίες που έφταιξαν; Όλοι έφταιξαν, λέμε συνήθως εκτός από εμάς. Να προσανατολιζόμαστε στις δικές μας σκέψεις, στα δικά μας κατορθώματα, στις δικές μας πράξεις και να μην ντρεπόμαστε για τίποτα. Και, δεν θα τα ξεχάσουμε ποτέ. Γιατί άλλα ήταν τα δεδομένα τότε όταν κάναμε κάτι κακό και άλλες ήταν οι δυσκολίες τότε, όταν δεν μπορούσαμε να πετύχουμε αυτό που θέλαμε να πετύχουμε. Με άλλες λέξεις. Να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, Να τα βρούμε με τον εαυτό μας. Και αν αυτό το καταλάβουμε, τότε σίγουρα αυτό θα μεταφερθεί και σε όλους τους άλλους.
Μαρίνα Καρδαμίτση: Μάλιστα. Πολύ ωραία. Αυτογνωσία λοιπόν. Αν έχω καταλάβει καλά. Πολύ ωραία. Λειτούργησε ψυχοθεραπευτικά. Πιστεύετε η συγγραφή της αυτοβιογραφίας σας; Για εσάς λειτούργησε ψυχοθεραπευτικά; Από ό, τι καταλαβαίνω μέχρι τη στιγμή αυτή. Κάπως έτσι. Σας βοήθησε να απαλύνεται έτσι τα όποια προβλήματα ενδεχομένως αντιμετωπίσατε;
Μπασαράς: Σίγουρα, σίγουρα λειτούργησε. Σίγουρα βοήθησε πάρα πολύ. Αλίμονο να ήταν διαφορετικά. Ήρθε πολλές φορές που έλεγα μα γιατί να συμβεί αυτό σε μένα; Μα γιατί έγινε το άλλο; Γιατί δεν έγινε σε εκείνο; Λάθος; C’ est la vie! Αυτή είναι η ζωή. Έχει και τις χάρες, έχει και τα κακά πράγματα. Δεν είναι όλα ρόδινα. Πρέπει να συμφιλιωθούμε και να τα κατανοήσουμε αυτά και να δουλέψουμε όπου δεν πάνε καλά τα πράγματα, να τα βρούμε με τον εαυτό μας, να τα βρούμε με τον Θεό και να αγαπήσουμε και τους φίλους και τους συγγενείς. Να μην χανόμαστε.
Μαρίνα Καρδαμίτση: Αυτό με μία φράση λέγεται συναισθηματική νοημοσύνη. Κατά την άποψή σας λοιπόν, πρέπει να αναπτύξουμε την συναισθηματική μας νοημοσύνη. Είναι χρέος απέναντι στον εαυτό μας πρώτα απ όλα και στη συνέχεια στον κοινωνικό μας περίγυρο. Κάτι που ίσως το έχετε απαντήσει. Απλά θέλω την επιβεβαίωση. Επειδή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου σας, είχα την αίσθηση ότι σας άκουγα να μου αφηγείται την ιστορία σας, γεγονός που αυξάνει διαρκώς το ενδιαφέρον μου να συνεχίσω. Πείτε μας για τη συγγραφή του βιβλίου σας. Ακολουθήσατε κάποια συγκεκριμένη μεθοδολογία συγγραφής ή όπως σας μιλούσε το μυαλό σας και η ψυχή σας; Μας αφηγήθηκαν τόσο όμορφα και απλά τη ζωή σας και τη ζωή των αγαπημένων σας.
Μπασαράς: Και τα δύο. Είχα γράψει 3 4 αφηγήματα, αλλά με τρία τέσσερα αφηγήματα δεν μπορείς να έχεις ένα βιβλίο το οποίο για να είναι ευχάριστο θα πρέπει να είναι όχι πάνω από 300 σελίδες, να κρατηθεί πιο κάτω και να μην είναι ατόφιο από την αρχή μέχρι το τέλος. Αν είναι δυνατόν να το κάνεις σπονδυλωτό, να το ξεχωρίσεις σε μικρότερα κεφάλαια. Αυτό κάνει πολύ πιο εύκολη την ανάγνωση. Οπότε το πρώτο ζήτημα μετά από 3 4 κεφάλαια ήταν θα έπρεπε να βρεθούν καμιά εικοσαριά ακόμα μεγάλα θέματα, αφού τα μεγάλα θέματα μπήκαν στην άκρη. Έλεγα. Απόψε δεν έχω ύπνο. Ας πιάσουμε αυτό το θέμα και έβαζα στην άκρη 100 1 λέξεις κλειδιά, ανάλογα με το μήκος του κεφαλαίου. 150 κλειδιά λέξεις πάνω στις οποίες την άλλη μέρα θα έχτιζα το αφήγημα και πήγαινε, ένα κεφάλαιο θα έβγαινε γύρω στις 8 με 10 ώρες. Βέβαια ήμουνα και τυχερός όταν έβγαζα τα κεφάλαια αυτά. Είχα μια εξαιρετική επιμελήτρια, η οποία δεν ήθελε ποτέ να κερδίσει δηλαδή την ευχαρίστηση. Ήθελε πράγματι να πετύχει το καλύτερο αποτέλεσμα από μένα και έλεγε αυτό θα ήταν καλύτερα να γραφόταν έτσι, το άλλο δεν έχει έννοια κτλ. Μαζί με την επιμέλεια έβγαινε το κεφάλαιο. Τέσσερεις επιμέλειες πήρε το κάθε κεφάλαιο για να δοθεί στο τέλος στην έκδοση.
Μαρίνα Καρδαμίτση: Πόσο χρονικό διάστημα συνολικά χρειαστήκατε μέχρι να φτάσουμε στο σημερινό; Στη σημερινή παρουσίαση του βιβλίου σας Από τη σύλληψη της ιδέας Από τα μικρά διηγήματα μέχρι σήμερα, Πόσος χρόνος σάς χρειάστηκε;
Μπασαράς: Πήρε δύο τρία χρόνια, αλλά θα μπορούσε να γίνει και σε ένα χρόνο. Δεν το ήθελα αυτό. Το συνδύαζα πάντοτε με το κέφι μου, με τη χαρά μου.
Μαρίνα Καρδαμίτση: Ευχαριστώ πάρα πολύ. Σκοπεύετε να εκδώσετε σε μεγάλο αριθμό το βιβλίο σας; Δηλαδή βλέπουμε μία μικρή έκδοση τώρα, την οποία έναντι πολύ συμβολικού αντιτίμου ουσιαστικά μοιράζετε στους δικούς σας ανθρώπους στον κύκλο σας, αλλά δεν ξέρω. Από εσάς εξαρτάται. Τι σκοπεύετε να κάνετε με το βιβλίο αυτό;
Μπασαράς: Μόνο οικονομικό δεν είναι το κίνητρο σε αυτό το βιβλίο. Η πρώτη σειρά θα πάει στους αγαπημένους φίλους, στους συναδέλφους, στους συγγενείς κτλ. Ύστερα βλέπουμε και κάνουμε.
Λίνα Μπασαρά – Γριβάκου, Αφηγήσεις:
Απόσπασμα από το «Η καλή μου η γιαγιά, η Θεοπούλα!»
«Εκείνη τη χρονιά», θυμάται και μου αφηγείται η γιαγιούλα μου μια μέρα, «το καλοκαίρι είχε αρχίσει πολύ νωρίς, σχεδόν αμέσως μετά το Πάσχα, μέσα στον Μάη και τα στάρια έγιναν νωρίτερα. Είχαμε αρχίσει νωρίς τον θεριστή. Να θερίζουμε τα στάρια και να κάνουμε τις θημωνιές στο αλώνι μας. Εγώ μαζί με τα κούτσικα ήμουν στο αλώνι να το φυλάω και να τα προσέχω.» Βλέποντας η γιαγιά, γεμάτο σύννεφα μαύρα και κατάμαυρα τον Κόζιακα, μας μάζεψε εμάς τα μικρά, εμένα και τα δύο κοριτσάκια, και τον Νίκο που ήταν λίγο μεγαλύτερος και μας πήγε εκεί παρακάτω που ήταν το σπίτι μας. «Πάμε, μανάρια μου», μας λέει «γιατί φοβάμαι ότι θα έλθει μεγάλη καταιγίδα και χαμός.» Τα μπουμπουνητά ήταν το ένα πίσω από το άλλο και άστραφτε πάνω στην Κίσσα, στην κορυφή, στην άκρη του Κόζιακα, απέναντι από τα Μετέωρα και φοβόμαστε.
Κάτσαμε στην κάτω σάλα του σπιτιού. Η γιαγιά μας άρχισε αργά, σα να ήθελε όλα τα κούτσικα να την καταλάβουμε τι μας έλεγε. «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ στη ζωή μου είναι η μπόρα, η καταιγίδα και η πλημμύρα. Χρόνια πολλά πίσω. Θα ήμουνα, δεν θα ήμουνα τριάντα χρονών. Είχα κάνει, είχα γεννήσει τα πρώτα μου παιδιά, τον Χρήστο, τη Μαρία, τον Γιώργο, τον Σπύρο. Και τον μικρό τον Κωνσταντίνο, τον Κωτσάκο μου. Τα άλλα κορίτσια δεν τα είχα γεννήσει ακόμα. Πάλι ήταν τέτοιες μέρες. Θαρρώ πως ήταν μέρα Τρίτη, αρχές του θεριστή. Και τότε, το θυμάμαι πολύ καλά. Είχαμε πάλι μαζέψει τα περισσότερα στάχια από τα χωράφια που είχαμε θερίσει. Τότε μαύρισε ο ουρανός. Θυμάμαι η μαυρίλα είχε αρχίσει από τα Χάσια, από τον Άγιο Θεόδωρο και την Θεόπετρα, Κουβέλτσι τη λέγαμε τότε, την Αύρα, Κόπραινα τη λέγαμε τότε, την Καλαμπάκα. Σιγά σιγά, μαύριζε όλος ο ουρανός και μαζί και ο Κόζιακας.
Άρχισε να βρέχει με το τουλούμι. Όλο το απόγευμα. Και όλη τη νύχτα. Κεραυνοί, αστραπές και μπουμπουνητά. Και η νύχτα γινόταν μέρα. Ο κήπος και μαζί ο αχυρώνας είχαν πλημμυρίσει. Το ποτάμι μούγκριζε, όπως χιλιάδες άγρια βόδια και δαμάλια. Φοβόμουν ότι θα ξεπερνούσε τους λόφους του Στρογγύλου, της Καψάλας, του Παληόμυλου και των Γαβριών και θα μας έπνιγε όλους. Θα έπνιγε το βιός μας. Εκείνη τη νύχτα μέχρι την άλλη μέρα, την Τετάρτη, δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να βρέχει.
Ήταν η μεγάλη πλημμύρα, ο κατακλυσμός στα Τρίκαλα στα 1907, με αποτέλεσμα να ξεχειλίσει ο Ληθαίος ποταμός· πιο πολύ στα Κουτσομύλια.
Τα πουλιά τ΄ ουρανού βιάζονταν να φτάσουν τα δέντρα να φυλαχτούν απ τη μεγάλη μπόρα, που ζύγωνε. Τα θερισμένα στάχια και δεμάτια, έφτασαν παρασυρμένα μέχρι και πάνω στην κορυφή και στο Ρολόι των Τρικάλων.
Όλα τα χαμόσπιτα και οι καλύβες, στα χωριά γύρω από το Ληθαίο και στα Τρίκαλα, παρασύρθηκαν και σκεπάστηκαν από νερό και λάσπη.
Πάνω από διακόσιες ψυχές στα χωριά και στα Τρίκαλα πνίγηκαν. Χιλιάδες ζώα: πρόβατα, γελάδια, άλογα και γαϊδούρια, σκυλιά και γατιά.
Γέμισε ο κάμπος από ψόφια ψάρια. Μήνες και πολλά χρόνια πήρε για να συνέλθει ο τόπος από τον κατακλυσμό των Τρικάλων του 1907. Να γιατί, μανάρια μου, φοβάμαι τόσο πολύ τις καλοκαιρινές μπόρες.
![]()
![]()
Απόσπασμα από το «Αχ, Πατέρα, πόσο, Ντρεπόμουνα, χθες, που ήσουνα αγρότης και Καμαρώνω τώρα!»
Δεν θυμάμαι ποτέ μα ποτέ να μάλωσε ο πατέρας μου με τη μάνα μου. Το πάνω χέρι στο σπίτι μάλλον το είχε η μάνα.
Ωστόσο, μια φορά, θα ήτανε Σεπτέμβριος του 1955, όταν γύρισε από το παζάρι στα Τρίκαλα, ήμουνα μάρτυρας του μεγαλύτερου τσακωμού τους.
Ποτέ δεν σβήνει από το μυαλό μου αυτός ο τσακωμός. Ο πατέρας μου, ενώ πήγε με τη γομαρίτσα της μάνας μου στο παζάρι, γύρισε χωρίς αυτήν.
Κανένας δεν κατάλαβε ποτέ γιατί την πούλησε. Ο ίδιος είπε ότι του έκαναν μια πολύ δελεαστική προσφορά και δεν μπορούσε να την αρνηθεί. Η μάνα μου, έξω από τα ρούχα της, τσίριζε, ούρλιαζε και ξεστόμισε για να τον βρίσει για τη ζημιά που της έκανε όλα τα κοσμητικά επίθετα, πολλά των οποίων πρώτη φορά άκουγα.
Τότε, βέβαια, δεν κατάλαβα το μέγεθος της ζημιάς, αλλά ύστερα από χρόνια το κατάλαβα. Η μάνα μου είχε και όλες τις αγορές, τα ψώνια και τις πωλήσεις στο σπίτι. Αυτή κρατούσε την οικονομία του σπιτιού.
Η γομαρίτσα της ήταν το μεγάλο εργαλείο για να πάει φορτωμένη να πουλήσει στο παζάρι της Καλαμπάκας κάθε Σάββατο και κάθε Δευτέρα στο παζάρι στα Τρίκαλα. Πέρα από αυτό, την χρησιμοποιούσε κάθε Τετάρτη για να πάει στα παιδιά της στην Καλαμπάκα το φαγητό που τους μαγείρευε. Έτσι θα έλεγα με σημερινά δεδομένα, θα αισθάνθηκε εκείνο που θα αισθανόταν κάποιος αν του πουλούσαν το μεγαλύτερο δώρο που του είχαν κάνει, μια Πόρσε. Πήρε κάποιο χρόνο για τον καυγά ξεχαστεί, αλλά ξεπεράστηκε.
Απόσπασμα από το « Το Παζάρι στα Τρίκαλα »
Το παζάρι γινότανε στον ευρύ χώρο από την πλατεία, ως τους στρατώνες και τα δικαστήρια. Οι βλάχοι εξέθεταν βελέντζες, χράμια, κιλίμια και άλλα μάλλινα, σε ποικιλία χρωμάτων στη μεγάλη πλατεία. Τα μεγάλα ζώα τα πήγαιναν στη ζωαγορά που τότε γινότανε στο «Περιβολάκι», πίσω από τις στρατώνες και τη συνοικία Αράπικα.
Μετά την εγκατάσταση και την έκθεση των ειδών προς πώληση, οι άντρες συνήθως έφευγαν για να τακτοποιήσουν τις δουλειές τους με τον δικηγόρο, τον γιατρό, το δημόσιο ταμείο, το αφεντικό, στην εποχή που ήταν κολλήγοι ακόμη και να αγοράσουν υφάσματα: τσίτια, ντρίλια και άλλα, βερεσέ, από τα μαγαζιά με τα οποία είχαν ανοικτό λογαριασμό. Η πώληση των προϊόντων ήταν υπόθεση των γυναικών. Οι άντρες προσδιόριζαν την τιμή σε δεκάρες, διότι η δεκάρα ήταν το βασικό νόμισμα μεταξύ του λαού, αφού ακόμα και τα μονόλεπτα και τα δίλεπτα είχαν πέραση, κυρίως στους ζητιάνους.
Τους αρρώστους τους πήγαιναν στα φαρμακεία, αφού εκεί δέχονταν οι γιατροί την εποχή εκείνη και ήταν δεκάδες στα πεζοδρόμια των φαρμακείων που περίμεναν τη σειρά τους για εξέταση και εν συνεχεία, για την εκτέλεση των συνταγών που ανέγραφαν εκατοντάδες χάπια, σκονάκια, αλοιφές και υγρά φάρμακα που, αφειδώς, ο γιατρός χορηγούσε στους αρρώστους του, για να πάρει και περισσότερα ποσοστά από τον φαρμακοποιό.
Οι Τρικαλινοί έβγαιναν στο παζάρι, οι νοικοκυραίοι συνοδεύονταν από την υπηρέτριά τους, που κρατούσε καλάθι και τσάντα. Η αγοραστική κίνηση μεγάλη, ιδίως το καλοκαίρι με αφθονότερα δημητριακά, πεπόνια, καρπούζια και πριν και μετά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα.
Το παζάρι συνήθως τελείωνε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες και οι χωρικοί έκαναν τις τελευταίες προμήθειες: λαχανικά, φρούτα, χαλβά, μπακαλιάρο, σύκα, σταφίδες, κουλούρια σιμίτια, πετρέλαιο, λαμπογιάλια, λάδι, σκούπες, σαπούνι, κρέας, όσπρια κ.λπ., που τοποθετούσαν σε δισάκια υφαντά μάλλινα, που τα φόρτωναν στον γάιδαρο.
Πολλοί έμποροι τους εξαπατούσαν στο ζύγι, στην ποιότητα αλλά και στους λογαριασμούς. Και άκουγε κανείς τον έξης διάλογο μεταξύ του χωρικού και του εμπόρου:
-Πόσο κουμπάρε αυτό το πράμα;
-5 δραχμές, μήπως έχεις καλύτερο;
-Έχω, απαντούσε ο έμπορος και του έδινε πολλές φορές το ίδιο σε μεγαλύτερη τιμή.
Δυστυχώς, ο καημένος αγράμματος και αγαθός χωρικός γινόταν θύμα πολλών ασυνείδητων εκμεταλλευτών.
Αφού έτρωγαν στο χάνι ή στα κρασοπουλειά, που τα περισσότερα ήταν υπόγεια, όλοι σχεδόν έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής για το χωριό, με τα δισάκια γεμάτα από «καλούδια» της πολιτείας και της εποχής.
Απαγγελία Ποιήματος: ΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ (Ένας απλός κι απέριττος χαιρετισμός στην εκδήλωση της παρουσίασης του βιβλίου με τίτλο «Το Δικό μου Χθες», του Σμηνάρχου ε.α &προέδρου του CEO Acropolis, Αναστασίου Μπασαρά, την 1/10/2025, υπό: Δ.Π.Τόρβα)
Φίλε εκλεκτέ κι αγαπητέ, σοφέ και πονεμένε,
π’ ακούς του «χθές σου» τις φωνές, τί είπαν και τί λένε,
πώς βρήκες την υπομονή, πώς βρήκες το κουράγιο
να πας, να μείνεις, να σταθείς σ’ εκείνο το μουράγιο
μπροστά στη θάλασσα του χθές, στο πέλαγος της ζήσης,
να ψάξεις χρόνους και καιρούς, μνήμες και…αναμνήσεις!
Δεν είδα και δεν διάβασα του «χθές σου» την εικόνα,
όμως «βίοι παράλληλοι», στις μοίρες, στον στρατώνα,
εξομοιώνουν αρκετά τρόπους ζωής και κλίμα
αφού, σε όμοιες ατραπούς ανοίξαμε το βήμα,
ίδιας γενιάς γεννήματα και ίδιας χώρας θρέμμα,
ίδιου λαού απαντοχές και… κυβερνώντων ψέμα!!!
Πολλοί, μεγάλοι και σοφοί, τα πάντα έχουν γράψει
για παρελθόν, ανάμνηση που ΔΕΝ μπορεί να θάψει
ο χρόνος, αν κι έχει κληθεί ως μόνος «πανδαμάτωρ».
Μνήμες, Συνείδηση και Νου: Του κόσμου ο Παντοκράτωρ,
τ’ άφησε προίκα στους θνητούς, δωρήματα στη φύση
τέτοια, που ο…πανδαμάτωρας, ΠΟΤΕ ΝΑ ΜΗΝ ΤΑ ΣΒΗΣΕΙ!!!
Η ζώσα φύση τά ‘κανε πηγές συναισθημάτων
ΚΑΙ πρώτες ύλες ορατών κι αόρατων θαυμάτων.
Είναι αυτές που συντηρούν της γης την ιστορία
θρησκείες και πολιτισμούς ΚΑΙ τη φιλοσοφία!!!
Με άπειρες ταχύτητες η Σκέψη περιτρέχει
όσα μνήμες- συνείδηση και η πείρα περιέχει…
ΚΑΙ, κάτω από την άγρυπνη, του Νου την εποπτεία,
Αυτός, του Πλάστη ο κοινωνός, μ’ ουράνια σοφία,
πλάθει, κοσμεί και συντηρεί τ’ αμάλγαμα το Θείο
έξω από τάφο γήινο και από μαυσωλείο!!!
Είναι εκείνο τ’ όραμα, που καταργεί τον Άδη,
είναι οι αιώνιες ψυχές μπροστά μας πρωί – βράδυ…
Είναι το χθές, το παρελθόν, που ήταν, πριν λίγο, μέλλον,
ελπίδας κι όνειρου χορός και ευλογία Αγγέλων…
Αυτό, που η μυλόπετρα του αδήριτου παρόντος
σκληρά κονιορτοποιεί κι αναδεικνύει όντως:
όσα αξίζουν και χωράν, στο παρελθόν να μείνουν
και όσα φως κι απαντοχή του μέλλοντος να γίνουν!!!
Οι μνήμες, η συνείδηση, η πείρα και η γνώση
τούτο το γνήσιο απόθεμα πάντοτε το ‘χουν δώσει:
τροφή για την ανάμνηση, για τ’ όνειρο λουλούδι,
θανάτου μοιρολόγισμα και της ζωής τραγούδι!!!
Αυτό το χθές, το παρελθόν, τα τότε βήματά μας,
δράσεις,-καλές και άστοχες- , τα τότε όνειρά μας
με άπειρες εναλλαγές λύπης χαράς κι ελπίδας
το επωάσαν τα φτερά της πιο γλυκιάς πατρίδας.
Τώρα, στην άκρη του γιαλού, μετράμε τις γαλέρες
που έρχοντ’ απ’ το παρελθόν κι απ’ τις… παλιές μας μέρες.
Ψάχνουμε ανάμνησης τροφή να μας ζωογονήσει
με τις πνοές της νιότης μας πού ‘χαμε ΤΟΤΕ αφήσει…
Γι’ αυτό και «το δικό σου χθες», φίλε μου αγαπημένε,
για όσα σού ’παν οι καιροί κι ακόμα όσα σου λένε,
αξίζει να διατυπωθεί, καθάρια, μ’ αυθεντία.
βίου κι αγώνα τίμιου γνήσια μαρτυρία!!!
Αθήνα, Σεπτέμβριος 2025, Δημήτριος Π. Τόρβας, Αντιστράτηγος ε.α/Επίτιμος Διοικητής ΙΧης Μεραρχίας Πεζικού, Electronic Engineer-Master of Sci in Op.res.from Cranfield Univ.(England)
Τραγούδησε η κυρία Δέσποινα Λεμονίτση
Ακούστηκαν τα Τραγούδια:
Et j'ai crié, crié "Aline!" pour qu'elle revienne
Yesterday
Μισιρλού
Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
Όμορφη πόλη
Όταν κοιτάς από ψηλά
Το γελαστό παιδί
Το τρένο φεύγει στις 8
Θα σε πάρω να φύγουμε
Μην τον ρωτάς τον ουρανό
Ολοκλήρωση Παρουσίασης Νέου Βιβλίου: Το Δικό μου Χθες, Αναστάσιος Μπασαράς
- Details
- Written by ΑΒ
- Category: Γνώμη
Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.
Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.
Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.
Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.
Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.
Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.
Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.
Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού.
Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.

Αργά το βράδυ το ολοκλήρωσα· ήταν το: «Χριστούγεννα 1953-54: Χριστούγεννα ζωής». Το ανάρτησα στο Facebook. Κολακευτικά τα σχόλια. Αναρίθμητες καρδούλες. Άρεσε πολύ. Με την ίδια συνταγή, ύστερα από τρεις μήνες αφηγήθηκα: «Τα Γενέθλιά μου, σήμερα, 10 Μάρτη, «Αχ, βρε μάνα, πόσο μεγάλη ήσουνα!». Ακολούθησαν, τυχαία, αλλά μετά από κέφι και άλλα κομμάτια από τη ζωή μου. Ύστερα, άρχισαν πολλοί: Ο Γιώργος, ο Κώστας, ο Θόδωρος, η Λίνα, η Εύα, η Ελένη, ο Γιάννης, η Τόνια, η Ζωή να με ενθαρρύνουν, παροτρύνοντάς με να τα συμμαζέψω όλα σε ένα μεγάλο αφήγημα.
Περιεχόμενα
ΕΑΑΑ, Παναγιώτης Δημητριάδης, Αντιπτέραρχος ε.α.
Υπέροχο κείμενο με ωραία περιγραφή γεμάτη συναισθήματα και εικόνες βίωμα… Πολλά τα πρόσωπα και πιο πολλά τα στοιχεία και όλα αυτά δοσμένα με τον καλύτερο τρόπο!
Αναλογίζεσαι το άλμα που έκανες και παίρνεις δύναμη για το επόμενο. Νοιώθεις υπερήφανος. Με βακτηρία την ελληνική ψυχή μας πήγες σήμερα μια τσιγάρα δρόμο πάρα πέρα, προς τα παρελθόντα, σε ό,τι γνήσιο και ελληνικό! Ώρα για επιστροφή στις ρίζες,
Με ιδιαίτερη χαρά προσκαλώ τώρα στο βήμα τον καθηγητή, βουλευτή και πρώην Υφυπουργό Παιδείας κύριο Άγγελο Συρίγο για ένα σύντομο χαιρετισμό.
Θέλω να πω ότι χαίρομαι πάρα πολύ που βλέπω τόσο πολύ κόσμο συγκεντρωμένο σήμερα εδώ για τον Τάσο, ο οποίος είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο συνδέθηκα πιο πολύ ως άνθρωπο ο οποίος επιδιώκει, κυνηγάει και επιβραβεύει την αριστεία και με βάση αυτή την προσπάθεια του κάναμε αρκετές εκδηλώσεις και μάλιστα σε μία περίοδο που η αριστεία είναι ρετσινιά.
Έχω πει πάρα πολλές φορές τον τελευταίο καιρό γιατί βλέπω στη χώρα μας Άγγελε. Τον συναντάς και εσύ στο δημόσιο διάλογο μια εθελόδουλη ξενομανία. Να πούμε πόσο καλά τα κάνει η Τουρκία, πόσο σημαντικό είναι το αποτύπωμά της, πόσο γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά έχει εξαπλωθεί.
Καλησπέρα σας φίλες και φίλοι.
Κυρίες και κύριοι,
Έχω την ευτυχία να έχω γνωρίσει τον κύριο Κατσαρά σε πολύ ωραίες, ευχάριστες καλοκαιρινές στιγμές κάτω από μια μουριά.
Συνέντευξη: Κύριε Μπασαρά, τα περιγράφετε κατά τρόπον ώστε να θέλω να τα επισκεφτώ και εγώ. Είναι αχαρτογράφητα αυτά, αλλά με ενδιαφέρει. Και εν πάση περιπτώσει μου γεννήθηκαν πολλά ερωτηματικά. Ερωτηματικά τα οποία έχετε την καλοσύνη από ό, τι έχουμε συμφωνήσει να μου να μου απαντήσετε μέσα από μία σειρά όχι πολλών λίγων ερωτήσεων, μέσα από τις οποίες και θα εξηγήσετε πώς γράψατε αυτό το βιβλίο, πώς το εκθέσατε αυτό το βιβλίο, τι σημαίνει για εσάς αυτό το βιβλίο και θα βγάλετε τη δική σας εκδοχή γι αυτό που λέτε, παιδί σας. Θέλω να ελπίζω ότι θα υπάρξουν και άλλα παιδιά ακόμα. Είστε μια νεανική ψυχή και αυτό το βλέπουμε, το βλέπουμε συνεχώς σε κάθε εκδήλωση της ζωής σας και γι αυτό θα σας ευχαριστήσω πάρα πολύ που με τιμήσατε με την συνέντευξη που με καλέσατε να σας πάρω, παρά το γεγονός ότι δεν είμαι δημοσιογράφος, όπως ακούσατε, είμαι άνθρωπος της εκπαίδευσης ενηλίκων και επομένως θα μου επιτρέψετε να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις μέσα από τις οποίες και οι υπόλοιποι συνάδελφοί σας ακροατές στην προκειμένη περίπτωση, θα έχουν την ευκαιρία να ακούσουν κάποια πράγματα πάνω στις απαντήσεις που θα πάρω κι εγώ. Λοιπόν, κύριε Μπασαρά, γνωρίζω ότι το βιβλίο σας αποτελεί συρραφή μικρότερων διηγημάτων, τα οποία ανεβάσατε στο διαδίκτυο, που έβλεπαν και σχολίαζαν οι ακόλουθοί σας, κοινώς followers. Πώς προέκυψε; Κατ αρχήν να γράψετε αυτά τα διηγήματα και στη συνέχεια να τα συγκεντρώσετε και να συγκροτήσουμε με αυτά το υλικό του βιβλίου σας; Πιο συγκεκριμένα, πώς γεννήθηκε η ιδέα και ποια ανάγκη σάς κάλυψε η συγγραφή και έκδοση του εν λόγω υλικού.
Κάτσαμε στην κάτω σάλα του σπιτιού. Η γιαγιά μας άρχισε αργά, σα να ήθελε όλα τα κούτσικα να την καταλάβουμε τι μας έλεγε. «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ στη ζωή μου είναι η μπόρα, η καταιγίδα και η πλημμύρα. Χρόνια πολλά πίσω. Θα ήμουνα, δεν θα ήμουνα τριάντα χρονών. Είχα κάνει, είχα γεννήσει τα πρώτα μου παιδιά, τον Χρήστο, τη Μαρία, τον Γιώργο, τον Σπύρο. Και τον μικρό τον Κωνσταντίνο, τον Κωτσάκο μου. Τα άλλα κορίτσια δεν τα είχα γεννήσει ακόμα. Πάλι ήταν τέτοιες μέρες. Θαρρώ πως ήταν μέρα Τρίτη, αρχές του θεριστή. Και τότε, το θυμάμαι πολύ καλά. Είχαμε πάλι μαζέψει τα περισσότερα στάχια από τα χωράφια που είχαμε θερίσει. Τότε μαύρισε ο ουρανός. Θυμάμαι η μαυρίλα είχε αρχίσει από τα Χάσια, από τον Άγιο Θεόδωρο και την Θεόπετρα, Κουβέλτσι τη λέγαμε τότε, την Αύρα, Κόπραινα τη λέγαμε τότε, την Καλαμπάκα. Σιγά σιγά, μαύριζε όλος ο ουρανός και μαζί και ο Κόζιακας.


Τραγούδησε η κυρία Δέσποινα Λεμονίτση