Με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204. Με την Τέταρτη Σταυροφορία αρχίζει η κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που μετά το 1430 περιλαμβάνει μόνο την Κωνσταντινούπολη με τα περίχωρά της και το Δεσποτάτο του Μορέως.

Οι προσπάθειες του Ιωάννη Παλαιολόγου για βοήθεια από τη Δύση μέσω της ένωσης των Εκκλησιών δημιουργεί τρομερές αντιθέσεις στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών.
Την ίδια εποχή η αναρρίχηση στον οθωμανικό θρόνο του αδιάλλακτος Μωάμεθ στη θέση του διαλεκτικού πατέρα του Μουράτ, σημαίνει εφαρμογή της εμμονής ιδέας του πρώτου, που είναι η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, κάτι που καταφέρνει μετά από πολιορκία 55 ημερών.

Η άλωση της Πόλης γίνεται την Τρίτη 29 Μαΐου 1453. Τον 10ο και τον 11ο αιώνα οι συγκρούσεις με τους εκχριστιανισμού τους, ήδη από το 864 Βουλγάρους, έδειξαν στην ηγεσία της αυτοκρατορίας πως η κοινή θρησκεία δεν αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα συγκρούσεων.

Το οριστικό σχίσμα μάλιστα ανάμεσα στην Εκκλησία της Ρώμης και σ αυτή της Κωνσταντινούπολης το 1054, διέρρηξε ακόμη περισσότερο τους δεσμούς ανάμεσα στα χριστιανικά κράτη. Από εδώ και πέρα η Δύση άρχισε να αντιμετωπίζει το Βυζάντιο ως κράτος μη φιλικό, ενώ και η αυτοκρατορία ήταν ιδιαίτερα καχύποπτη απέναντι στη Ρώμη.

Το 1204 οι Δυτικοί, με τις ευλογίες του Πάπα Ιννοκέντιου του Τρίτου και υπό την αρχηγία του Ιταλού Βονιφάτιο Μομφερράτου, οργάνωσαν την Τέταρτη Σταυροφορία.

Ο δόγης της Βενετίας Δάνδολος μετέφερε με τα πλοία της Γαληνοτάτης 40.000 πολεμιστές πλιατσικολόγους μπροστά από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι πραγματοποίησαν την τελική τους επίθεση στις 12 Απριλίου 1204.

Η κατάληψη της πρωτεύουσας από τους Φράγκους συνοδεύτηκε από ένα απίστευτο κύμα λεηλασιών και σφαγών τέτοιας έκτασης.

Αυτό ανάγκασε τον Πάπα Ιωάννη Παύλο τον δεύτερο, 800 και πλέον χρόνια αργότερα, στη διάρκεια της επίσημης επίσκεψής του στην Ελλάδα, να ζητήσει δημοσίως συγνώμη από τους Ορθοδόξους.

Το πλιάτσικο που έγινε ήταν άνευ προηγουμένου και ό, τι αξιόλογο μπορούσε να μεταφερθεί.

Από τα τέσσερα άλογα που τοποθετήθηκαν στην πρόσοψη της εκκλησίας του Αγίου Μάρκου και πολύτιμα ιερά σκεύη που επίσης υπάρχουν στην ίδια εκκλησία μέχρι το τεραστίου βάρους μαρμάρινο λιοντάρι που υπάρχει στην είσοδο του αρσανά, έχουν μεταφερθεί από την Κωνσταντινούπολη. 

Η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις του Μιχαήλ του Όγδοου του Παλαιολόγου σήμαινε, ανάμεσα στα άλλα και την εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας, οριστικά πλέον στα χέρια των τουρκικών φυλών.

Γύρω στο 1340 λίγες μόνο παραλιακές πόλεις κοντά στην πρωτεύουσα παρέμεναν υπό βυζαντινό έλεγχο. 

Οι Οθωμανοί έβαλαν πόδι στην Ευρώπη με τον εποικισμό της Καλλίπολης που έγινε το 1354 και αποκάλυψε τις αληθινές τους προθέσεις.

Έτσι, όταν το 1368 καταλαμβάνουν την Ανδριανούπολη, ο σουλτάνος Μουράτ το 1ος την κάνει πρωτεύουσά του στη θέση της Προύσας.

Ο Ιωάννης 8ος ο Παλαιολόγος ανέβηκε στο θρόνο το 1425, όταν το κράτος του Βυζαντίου είχε φθάσει στον έσχατο βαθμό κατάπτωσης.

Το 1430 η Θεσσαλονίκη μετά από σκληρή πολιορκία καταλαμβάνεται και ο πληθυσμός της φονεύεται. Ή εξανδραποδισμός;

Την ίδια χρονιά τα Ιωάννινα παραδίδονται από τους κατοίκους τους για να αποφύγουν τα δεινά που υπέστησαν οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης. 

Και ενώ αυτά συμβαίνουν στο βορρά, στο νότο, το Δεσποτάτο του Μορέως έχει επαναφέρει στα χέρια των Βυζαντινών σχεδόν το σύνολο της Πελοποννήσου. 

                

Πρωταγωνιστής ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ένας από τους δεσπότες του Μυστρά και αδερφός του αυτοκράτορα Ιωάννη. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης 8ος Ο Παλαιολόγος ήταν βέβαιος ότι η επιβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έστω και σε αυτό το ισχνό της μέγεθος, θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με βοήθεια από τη Δύση.

Γι αυτό και αποφάσισε να πιέσει για την ένωση των Εκκλησιών, η οποία, όπως ήλπιζε, θα οδηγούσε στη δημιουργία μιας νέας σταυροφορίας εναντίον των Οθωμανών.
Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, ο Πάπας Ευγένιος ο Τέταρτος κάλεσε τον αυτοκράτορα να φέρει από την Κωνσταντινούπολη στην Ιταλία μια αντιπροσωπία για τη Σύνοδο των δύο Εκκλησιών. 

                            

Ο Ιωάννης, μολονότι θα προτιμούσε η Σύνοδος να γίνει στην Κωνσταντινούπολη, δέχτηκε να πάνε στην Ιταλία. 

Έτσι, με χρηματοδότηση του δήμου των Μεδίκων, άρχισαν στις 9 Απριλίου 1438 στη Φερράρα οι συζητήσεις ανάμεσα στις αντιπροσωπείες του Πάπα Ευγένιο του Τετάρτου και της Ανατολικής Εκκλησίας. 

Ο αυτοκράτορας, προκειμένου να βελτιώσει το επίπεδο της αντιπροσωπείας των Βυζαντινών, προώθησε σε θέσεις μητροπολιτών τρεις μορφωμένους μοναχούς.

Τον Βησσαρίωνα από την Τραπεζούντα. Ονόμασε Μητροπολίτη Νικαίας τον Ισίδωρο μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ρωσίας και τον Μάρκο Ευγενικό, μητροπολίτη Εφέσου. Σε αυτούς προσέθεσε τέσσερις κοσμικούς φιλοσόφους.

Τον Γεώργιο Σχολάριο, τον Γεώργιο Αμυρά και τον Πλήθωνα Γεμιστό.

Στις αρχές του 1439 οι εργασίες της Συνόδου μεταφέρθηκαν στη Φλωρεντία, όπου μετά από μακρές και δύσκολες συζητήσεις υπογράφτηκε η ένωση των Εκκλησιών και διαβάστηκαν τα σχετικά έγγραφα στον Καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας.

 

 

 

 

 

    

 

 

 

 

 

 

Λατινικά από τον καρδινάλιο Τσέζαρε Rossini και ελληνικά από τον Αρχιεπίσκοπο Νικαίας Βησσαρίωνα. Το 1448 πέθανε ο Ιωάννης 8ος και στο βυζαντινό θρόνο τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, 45 ετών, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν στο Μυστρά. Έτσι δύο υψηλοί αξιωματούχοι πήγαν με το αυτοκρατορικό στέμμα στο Μυστρά.

Εκεί. Στις 6 Ιανουαρίου του 1449 έγινε η στέψη στη Μητρόπολη από τον τοπικό Μητροπολίτη, κάτι που είχε να γίνει εκτός Κωνσταντινούπολης και χωρίς τον Πατριάρχη για μία περίοδο χιλίων ετών.

Όταν έφτασε με τις γαλέρες του στην Κωνσταντινούπολη ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.

Ήταν 12 Μαρτίου.
Ο Κωνσταντίνος, παρά τις αναμφισβήτητες ικανότητές του, ήταν αδύνατον να κατορθώσει τη σωτηρία της πόλης, απέναντι από την οποία στο Πέραν υπήρχε μία αποικία της Γένοβας, η οποία είχε παραμείνει ουδέτερη.

Οι όποιες προσπάθειες του Κωνσταντίνου να επιτύχει βοήθεια εκ μέρους του Πάπα, σε εφαρμογή των αποφάσεων της Συνόδου της Φλωρεντίας, συνάντησαν την πιο σκληρή άρνηση εκ μέρους των ανθενωτικών, οι οποίοι απροκάλυπτα δήλωναν πως ήταν προτιμότερο να δουν στο μέσο της οδού τούρκικο και όλοι, παρά λατινική καλύπτρα.

Ο θάνατος του σουλτάνου Μουράτ, του δεύτερου στην Αδριανούπολη το Φεβρουάριο του 1451, βρήκε τον ικανό και φιλόδοξο διάδοχο του θρόνου Μωάμεθ, τον δεύτερο στη Μαγνησία.

 

Μόλις διέσχισε τα Δαρδανέλια, σταμάτησε για δύο μέρες στην Καλλίπολη, προκειμένου να του οργανωθεί η αρμόζουσα υποδοχή. Ο νέος σουλτάνος έδειξε αμέσως τις προθέσεις του.

 

Πρώτος και μεγαλύτερος στόχος ήταν η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης.

Το χειμώνα του 1451 έστειλε διαταγές σε όλες τις κτήσεις του να συγκεντρώσουν χίλιους έμπειρους οικοδόμους και αντίστοιχο αριθμό εργατών, οι οποίοι θα έπρεπε να βρίσκονται στο στενότερο σημείο του Βοσπόρου από την ευρωπαϊκή πλευρά.

Εκεί άρχισε να γκρεμίζει εκκλησίες και μοναστήρια προκειμένου να χρησιμοποιήσει τα οικοδομικά υλικά για την κατασκευή ενός κάστρου.

Οι εργασίες ανέγερσης άρχισαν την άνοιξη του 1452 και ολοκληρώθηκαν τέλη Αυγούστου του 1452.

Κτίζοντας το Ρούμελη Χισάρ, πέτυχε και τον πραγματικό αποκλεισμό της πόλης από τον έξω κόσμο.

Ο Μωάμεθ μελέτησε στη συνέχεια αυτοπροσώπως την οχύρωση της Κωνσταντινούπολης. Στο μεταξύ διέταξε κάθε πλοίο που θα διέσχιζε το Βόσπορο να σταματά στο κάστρο για επιθεώρηση.

Όποιο δε θα σταματούσε, θα το βύθιζαν.

Μάλιστα, προκειμένου να είναι ευκολότερη η υλοποίηση της απειλής του, τοποθέτησε και τρία μεγάλα κανόνια.
Στις αρχές Νοεμβρίου, δύο βενετικά πλοία που ερχόντουσαν από τη Μαύρη Θάλασσα αρνήθηκαν να σταματήσουν, παρόλο που προσπάθησαν να τα βυθίσουν.

Αυτά διέφυγαν, κάτι που δεν κατάφερε μετά από δεκαπέντε μέρες ένα άλλο βενετικό πλοίο, το οποίο βυθίστηκε και όλο το πλήρωμά του μεταφέρθηκε στο Διδυμότειχο, όπου έμενε εκείνη την εποχή ο Σουλτάνος που διέταξε να αποκεφαλίσουν όλοι εκτός από τον πλοίαρχο που καταδικάστηκε σε αναστολή. Σεβασμό.

Οι προσπάθειες των Βυζαντινών να επιτύχουν κάποια δέσμευση των Δυτικών για την αποστολή επικουρικών σωμάτων για την άμυνα της πόλης, οι οποίες μάλιστα είχαν την υποστήριξη του Παπανικολάου, του πέμπτου που διαδέχθηκε το 1447.

Τον Ευγένιο τον τέταρτο, συνεχίστηκαν αμείωτες σε όλη τη διάρκεια του 1452, με πενιχρά όμως αποτελέσματα. Τελικώς μόνο ο ελληνικής καταγωγής τέως μητροπολίτης Κιέβου και νυν καρδινάλιος της Καθολικής Εκκλησίας Ισίδωρος, με εντολή του Πάπα επισκέφτηκε τα νησιά του Αιγαίου, καλώντας τους κατοίκους τους να συμμετάσχουν στα εθελοντικά σώματα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Το σώμα που κατάφερε με πολλούς κόπους να σχηματίσει 200 όλοι κι όλοι άντρες, έφτασε στο τέλος του Οκτωβρίου 1452 στην Κωνσταντινούπολη.

Ο αυτοκράτορας με τη συναίνεση του Πατριάρχη Γρηγορίου, στις 12 Δεκεμβρίου οργάνωσε μία λειτουργία στην Αγία Σοφία, στη διάρκεια της οποίας ακούστηκε. Νικολάου, Πάπα και Πατριάρχου Ρώμης Πολλά τα έτη. 

Το γεγονός αυτό εξόργισε τους ενωτικούς, οι οποίοι υπό την ηγεσία του Λουκά Νοταρά και του Γεωργίου Σχολαρίου, που είχε γίνει πλέον μοναχός με το όνομα Γεννάδιος και κλείστηκε σε ένα κελί στο μοναστήρι του Παντοκράτορα, έφτασαν σε ακρότητες. Αρνούνταν ακόμη και την τέλεση μυστηρίων στους ιερείς που πήραν μέρος στη λειτουργία της 12ης Δεκεμβρίου. Το κλίμα που επικρατούσε στη Βασιλεύουσα στην αυγή του 1453 ήταν ένα κλίμα βαθιάς διαίρεσης και έλλειψης πατριωτισμού και πολιτικής σοφίας ανάμεσα στα μέλη των τάξεων, των ευγενών και των πλουσίων. Ο αυτοκράτορας άρχισε να προετοιμάζει την πόλη για την πολιορκία. Στις κρατικές αποθήκες συγκεντρώθηκαν προμήθειες όλων των ειδών και οι εκκλήσεις προς χριστιανούς ηγεμόνες για βοήθεια συνεχίστηκαν. Σε ό, τι αφορά τα αποθέματα νερού, δεν υπήρχε σοβαρό πρόβλημα, γιατί η Κωνσταντινούπολη είχε πολλές υπόγειες και στέρνες. Δεξαμενές όπως αυτή που είναι δίπλα στην Αγία Σοφία και η οποία αναφέρεται ως βυθισμένο ανάκτορο, επειδή στηρίζεται σε εκατοντάδες κίονες που έχουν μεταφερθεί από αρχαίους ναούς. Η πόλη της Κωνσταντινούπολης καταλαμβάνει μια χερσόνησο με τριγωνικό σχήμα.
Τα χερσαία τείχη που εκτείνονται από τη συνοικία των Βλαχερνών στον Κεράτιο. Μέχρι τη συνοικία του Στουδίου στην Προποντίδα και το μήκος τους είναι περίπου 7 χιλιόμετρα, Περιβάλλονταν από εξωτερική τάφρο. Και διακρίνονται σε εξωτερικό και εσωτερικό τείχος.

Τα τείχη κατά μήκος του Κεράτιου ήταν μονά, είχαν μήκος 5,5 χιλιόμετρα και έφταναν μέχρι το ακρωτήριο της Ακρόπολης, κάτω από το σημερινό Τοπ Καπί.

Από το σημείο αυτό, στην είσοδο του Κεράτιου και κατά μήκος της Προποντίδας, μήκους περίπου 9 χιλιομέτρων, ήταν και πάλι μονά.

Έφθαναν κατακόρυφα σχεδόν μέχρι τη θάλασσα και είχαν δύο οχυρωμένα λιμάνια και 11 πύλες.

Στη συνέχεια στρατολογήθηκαν όλοι οι άνδρες που θα μπορούσαν να λάβουν μέρος στην άμυνα.

Συγχρόνως, επειδή το κρατικό θησαυροφυλάκιο ήταν άδειο, ο Κωνσταντίνος προχώρησε σε αναγκαστικό δάνειο από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια.

Τέλος, το Μάρτιο του 1453 έκλεισε με αλυσίδα τον Κεράτιο κόλπο για να αποτρέψει την είσοδο οθωμανικών πλοίων σε αυτόν.

Στο διάστημα μέχρι τον Απρίλιο έφτασαν στη Βασιλεύουσα αρκετοί εθελοντές υπερασπιστές.

Ήδη από τις 26 Ιανουαρίου είχε φτάσει κατευθείαν από τη Χίο ο περίφημος θαλασσινός ήρωας και μέτοχος της πνευματικής μονάς που διοικούσε τη Χίο Ιωάννης Ιουστινιάνης, με δύο πλοία και 700 μαχητές, εφοδιασμένος και εξοπλισμένους με δικά του έξοδα.

             

 Αρκετοί Λατίνοι εθελοντές από την Αγκόνα, Βενετοί και Έλληνες από την Κρήτη.
Πέντε βενετικά πλοία εξοπλισμένα με χρήματα της βενετικής κοινότητας της πόλης, μέλη της Γένοβας Αττικής και της Καταλανικής κοινότητας, βρέθηκαν εκείνες τις φοβερές ημέρες στα χερσαία και τα θαλάσσια τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Οι υπερασπιστές της πόλης ποτέ δεν ξεπέρασαν τις 8.000. Από την πλευρά των πολιορκητών. Οι πληροφορίες των πηγών είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Το πιο πιθανό είναι πως ο συνολικός τους αριθμός έφτανε τους 160.000 άνδρες. Ακόμη τα πλοία τους ήταν περίπου 150, ενώ ο στόλος των πολιορκημένων έφθανε τα 25, επανδρωμένα όμως με ιδιαίτερα έμπειρα πληρώματα. Εκεί όμως που οι Τούρκοι υπερείχαν απολύτως, ήταν στο πυροβολικό. Στα μέσα του Φεβρουαρίου 1453 ο Μωάμεθ δεύτερος διέταξε σώμα δέκα χιλιάδων ανδρών, κυρίως ιππέων, να συνοδεύσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη το τεράστιο πυροβόλο που είχε κατασκευάσει ο Ουρβανός μετά από διαταγή του. Το τεράστιο σε μέγεθος όπλο ξεπερνούσε σε μήκος τα οκτώ μέτρα και το βάρος του πλησίαζε τους 20 τόνους. Για τη μεταφορά του χρησιμοποιήθηκαν 60 ζεύγη βοδιών και 400 άνδρες 200 σε κάθε πλευρά του κάρου για να το υποβαστάζουν. Το πυροβόλο έφτασε μπροστά από την πόλη στις αρχές του Απριλίου. Λίγες μέρες πριν, στις 23 Μαρτίου, είχε ξεκινήσει και ο σουλτάνος με 12.000 γενίτσαρους και πολυάριθμους ιππείς με κατεύθυνση προς την Κωνσταντινούπολη. Τον Μάρτιο του 1453, πλοία κάθε είδους άρχισαν να συγκεντρώνονται στην Καλλίπολη. Τα περισσότερα ήταν νέα που είχαν ναυπηγηθεί βιαστικά σε ναυπηγεία του Αιγαίου. Υπήρχαν και παλιά που είχαν επισκευαστεί. Επικεφαλής του στόλου ορίστηκε ο βουλγαρικής καταγωγής εξωμότες κυβερνήτης της Καλλίπολης Σουλεϊμάν Ογλού. Στις μονάδες που έφθαναν περιλαμβάνονταν και μονάδες Σέρβων, Ούγγρων, ακόμη και Ελλήνων και παρατάσσονται με βάση το λεπτομερές σχέδιο που είχε συντάξει ο ίδιος ο Σουλτάνος. Στη δεξιά πτέρυγα της τουρκικής παράταξης βρίσκονταν στρατιώτες από τη Μικρά Ασία υπό τη διοίκηση του Μουσταφά Πασά.

Την αριστερή πτέρυγα σχημάτιζαν στρατιώτες από τα Βαλκάνια υπό τις διαταγές του Τουράν της Ρούμελης. Πίσω από το κέντρο της παράταξης υπήρχε ισχυρότατη εφεδρεία, ενώ στην περιοχή γύρω από το Γαλατά τοποθετήθηκαν μονάδες πεζικού και πυροβολικού υπό τους Τσαγανό Πασά και Καρατζά. Στις 5 Απριλίου 1453 άρχισε η πολιορκία. Η σκηνή του Σουλτάνου τοποθετήθηκε στα δεξιά της πύλης του Αγίου Ρωμανού, απέναντι από την οποία τοποθετήθηκε το τεράστιο πυροβόλο του Ρωμανού. Τα υπόλοιπα πυροβόλα του, περίπου 70, τοποθετήθηκαν σε 14 άλλα σημεία και άρχισαν αμέσως το έργο της κατεδάφισης των τοίχων. Απέναντι από τον Σουλτάνο παρατάχθηκε ο Ιουστινιάνης με 3.000 άνδρες και εκεί κοντά εγκατέστησε το στρατηγείο του και αυτοκράτορας.

Τις πρώτες μέρες της πολιορκίας οι Οθωμανοί λεηλάτησαν και σε ορισμένες περιπτώσεις κατέστρεψαν τα χωριά που βρίσκονταν κοντά στην πόλη, όπως τη Θεραπεία και τη Σηλυβρία. Στο μεταξύ ο στόλος του Μπαλταδώρου στάλθηκε να καταλάβει τα Πριγκηποννήσων. Τα τρία πρώτα. Η πρώτη, η Αντιγόνη. Και η Χάλκη παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση. Στην Πρίγκηπο. Μετά από πολιορκία κατέλαβαν το φρούριο της, του οποίου οι μόλις 30 ηρωικοί υπερασπιστές εσφάγησαν. Στις 12 Απριλίου ο τουρκικός στόλος εισήλθε στο Βόσπορο και στάθμευσε στο διπλό Κιόνια, εκεί που σήμερα υπάρχει το ανάκτορο του Ντολμά Μπαχτσέ. Την ίδια μέρα αρχίζει η δράση του οθωμανικού πυροβολικού. Οι τεράστιες λίθινες σφαίρες εκσφενδονίζονται από μικρή απόσταση και μέσα σε πυκνό καπνό διέσχιζαν τον αέρα πριν καταπέσουν στα τείχη, όπου και διαλύονταν σε χιλιάδες κομμάτια.

Από την άλλη πλευρά των τειχών, συνεργεία των υπερασπιστών, συνεπικουρούμενα από τον άμαχο πληθυσμό, εργάζονταν αδιάκοπα για την επισκευή τους. Παρά την ηρωική προσπάθεια των υπερασπιστών, ήταν αδύνατο να αποτραπεί η καταστροφή των τειχών. Κι έτσι στις 18 Απριλίου, μέρος του εξωτερικού τείχους και δύο πύργοι του εσωτερικού στο μέρος της πεδιάδας του Γαλλικού ποταμού κατέρρευσαν. Η κατακρήμνιση αυτή έδωσε στο Μωάμεθ την εντύπωση πως θα μπορούσε να κυριεύσει την πόλη με έφοδο. Δύο ώρες μετά τη δύση του ηλίου της 18ης Απριλίου, έδωσε διαταγή για γενική επίθεση. Απέτυχαν και τελικά υποχώρησαν με αρκετές απώλειες. Οι υπερασπιστές αναθάρρησαν και επιδόθηκαν με μεγαλύτερο ζήλο στην επισκευή των τειχών. Στις αρχές Απριλίου. Ο άνεμος ήταν βόρειος. Οι τρεις Γενοβέζοι κες γαλέρες που είχε μισθώσει ο Πάπας και τις είχε γεμίσει με όπλα και άλλα εφόδια, ήταν αποκλεισμένοι στη Χίο. Όταν στα μέσα Απριλίου ο άνεμος άλλαξε σε νότιο, απέπλευσαν για την Κωνσταντινούπολη. Στο δρόμο συνάντησαν ένα αυτοκρατορικό πλοίο φορτωμένο με στάρι από τη Σικελία, με κυβερνήτη τον Βλάνταν. Έλα, μια και τα Δαρδανέλλια ήταν αφύλακτα, όλος ο τουρκικός στόλος ήταν στην Κωνσταντινούπολη. Έπλευσαν γρήγορα στην Προποντίδα και το πρωί της 20ης Απριλίου έφτασαν κοντά στην Πόλη. Αμέσως το σύνολο σχεδόν του τουρκικού στόλου απέπλευσε από το Διπλό Ικόνιο με στόχο να καταστρέψει ή να συλλάβει τα τέσσερα πλοία. Ο άνεμος ήταν αντίθετος για τους Τούρκους. Η συντριπτική τους όμως αριθμητική υπεροχή έκανε σχεδόν βέβαιη την επιτυχία τους. Η νότιος αύρα έφερνε ολοένα και πιο κοντά τα τέσσερα πλοία στην πόλη και στον τουρκικό στόλο.

Οι υπερασπιστές της Βασιλεύουσας και οι πολίτες αναρριχήθηκαν στα τείχη για να παρακολουθήσουν τον άνισο αγώνα. Το ίδιο έκανε και ο Σουλτάνος. Την ίδια στιγμή σταμάτησε ξαφνικά ο άνεμος και τα τούρκικα τα περικύκλωσαν ζητώντας να κατεβάσουν τα ιστία και να παραδοθούν.
Ο ΕΛΑΣ απάντησε με κατάρες και αμέσως άρχισε μια φονικότερη πυρομαχικά, μια και τα πλοία είχαν κολλήσει το ένα πάνω στο άλλο. Ο ιστορικός Χαριτόπουλος γράφει. Και πρώτα μεν με μεγάλους αμφορείς γεμάτους με νερό, κρεμασμένους με σχοινιά, έσβηναν τις πυρκαγιές, αλλά και σκότωναν πολλούς που βρίσκονταν στο διάβα τους. Την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι έριχναν ακόντια, δόρατα και ξυστά σε αυτούς που έκαναν επίθεση και τους φόνευσαν, ενώ άλλοι εκτόξευαν λίθους, άλλοι έκοβαν με μπαλτάδες τα χέρια αυτών που προσπαθούσαν να μπουν στα πλοία ή με ρόπαλα συνέλαβαν τα κεφάλια των Τούρκων. Για πολλές ώρες συνεχίστηκε η μάχη με μεγάλες απώλειες για τους Τούρκους και σχετικά μικρές για τους Έλληνες και Γενουάτες. Ο Σουλτάνος ήταν τόσο εξοργισμένος με τα πληρώματά του, ώστε έφτασε μέχρι το σημείο να μπει μέσα στη θάλασσα έφιππος για να τους εμφυσήσει επιθετικό πνεύμα. Μάταια όμως, γιατί τα τέσσερα πλοία, εκμεταλλευόμενα τον ούριο άνεμο που στο μεταξύ άρχισε να πνέει και πάλι και τον αντιπερισπασμό που δημιούργησαν τρία πλοία που βγήκαν από τον Κεράτιο, κατόρθωσαν να εισέλθουν στον λιμένα της πόλης. Την επομένη, στις 21 Απριλίου. Ο εξοργισμένος σουλτάνος καθαίρεσε τον ναύαρχο και τον τιμώρησε με 100 τραυματισμούς.

Ο Σουλτάνος αναζητούσε τρόπους να περιορίσει τη δράση του ναυτικού των πολιορκημένων και συγχρόνως να κάνει πιο στενή την πολιορκία. Αποφάσισε να σύρει από το Βόσπορο στον Κεράτιο κόλπο αρκετά πλοία, ώστε να αχρηστεύσει την αλυσίδα που έφραζε τον κόλπο και να κάνει πιο στενή την πολιορκία, προσβάλλοντας πλέον την Κωνσταντινούπολη από όλες τις πλευρές. Η μεταφορά πλοίων από τον Βόσπορο στον Κεράτιο ήταν δύσκολο εγχείρημα. Αλλά ο Μωάμεθ δεν είχε πρόβλημα ούτε ανθρώπινου δυναμικού, ούτε υλικών. Έτσι έφτιαξε μια δίολκος από σανίδες καλυμμένες με λίπος και τη νύχτα της 22ας Απριλίου τράβηξαν τα πλοία στην ξηρά με τροχαλίες. Στη συνέχεια μπροστά από κάθε πλοίο μαζεύτηκαν ομάδες από βόδια, ενώ ομάδες ανδρών βοηθούσαν στα δυσκολότερα σημεία της διαδρομής. Με αυτό τον τρόπο μετέφερε περίπου 70 πλοία από το διπλό Ικόνιο στον Κεράτιο. Στην Κωνσταντινούπολη, ο κυβερνήτης μιας γαλέρας από την Τραπεζούντα, ο Τζιάκομο Κόκο, πρότεινε να γίνει αμέσως απόπειρα πυρπόλησης των πλοίων τη νύχτα και αναλάμβανε ο ίδιος την επιχείρηση. Δυστυχώς η αναβλητικότητα που υπήρξε και η ενημέρωση που έκαναν στους Γενοβέζους του αποκάλυψαν το σχέδιο στους Τούρκους, οι οποίοι περίμεναν την επίθεση το βράδυ της 28ης Απριλίου και έτσι το πλοίο του Κόκο βυθίστηκε και οι περισσότεροι, συμπεριλαμβανομένου και του Κόκο, χάθηκαν. Τώρα ο Σουλτάνος με τα πλοία του στον Κεράτιο να τον προστατεύουν, αποφάσισε και κατασκεύασε μία γέφυρα πάνω από το λιμάνι που έφτανε ακριβώς στα τείχη. Ήταν πλωτή και είχε γίνει από 100 κρασιού βαρέλια δεμένα σφιχτά μεταξύ τους.

Τα κανόνια του πλέον μπορούσαν να βάλλουν εναντίον της συνοικίας των Βλαχερνών. Από άλλη γωνία. Στις 7 Μαΐου, γύρω στις 11 το βράδυ, η Τουρκία εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά των τειχών, προσπαθώντας με τη χρήση κλιμάκων να φθάσουν στο εσωτερικό τείχος. Η επίθεση κράτησε τρεις περίπου ώρες και τελικά αποκρούστηκε με μεγάλες απώλειες για τους επιτιθέμενους. Στις 12 του μήνα τα μεσάνυχτα νέα έφοδος των πολιορκητών κοντά στα ανάκτορα του Πορφυρογέννητου. Παρά την ορμή των επιτιθεμένων, κατέληξε σε άτακτη υποχώρηση τους. Τέσσερις ημέρες αργότερα, προσπάθεια του τουρκικού στόλου να επιτεθεί στην αλυσίδα που έφραζε το Κεράτιο Κόλπο απέτυχε. Ο Μωάμεθ στη συνέχεια προχώρησε στις 17 του μήνα να υπονομεύσει τα τείχη της πόλης με υπονόμους που κατασκεύαζαν Αλβανοί και Σέρβοι, κυρίως αργυρώνητοι. Ο Γερμανός όμως υπονομευτής Ιωάννης Γκραντ, με υπονόμους και με τη χρήση υγρού πυρός, γέμισε τους επτά υπονόμους που είχαν προλάβει να κατασκευάσουν οι Τούρκοι με δύο χιλιάδες, σύμφωνα με τις πηγές, νεκρούς, αναγκάζοντας τον Σουλτάνο να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Συγχρόνως ο Σουλτάνος ήδη έκανε χρήση άλλης μιας επινόησης. Το πρωί της 18ης Μαΐου, οι αμυνόμενοι έριξαν βλέποντας ένα μεγάλο ξύλινο πύργο με τροχούς, να στέκεται έξω από τα τείχη. Μόνο που το ίδιο βράδυ μερικοί αμυνόμενοι κατάφεραν και το ανατίναξαν, αχρηστεύοντας το. Από τα μέσα του παρελθόντος Απριλίου κυκλοφορούσε ανάμεσα στον πληθυσμό της πόλης η φήμη πως μεγάλη αρμάδα με πλοία της Γαληνοτάτης πλησίαζε στα στενά του Ελλησπόντου με σκοπό να λύσει την πολιορκία. Ο Κωνσταντίνος έστειλε στις αρχές Μαΐου ένα ταχύπλοο αυτοκρατορικό πλοίο για να συναντηθεί με τον βενετικό στόλο και να μεταφέρει στον επικεφαλής του χρήσιμες πληροφορίες.

Η επιστροφή του πλοίου στις 23 του μήνα γέμισε με απογοήτευση τους πολιορκημένους, αφού πουθενά στο Αιγαίο δεν υπήρχε πλοίο της Βενετίας. Η Κωνσταντινούπολη, η Βασιλεύουσα της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας, είχε πλέον απομείνει μονάχη. Εκείνη τη χρονική στιγμή ο Μωάμεθ απέστειλε προτάσεις ειρήνης στο βυζαντινό αυτοκράτορα, με τις οποίες τον καλούσε να παραδώσει ειρηνικά την πόλη απερχόμενος όπου βούλεται μετά των αρχόντων και των υπαρχόντων αυτοίς. Στην περίπτωση όμως που ο Κωνσταντίνος αποφάσιζε να αγωνιστεί μέχρις εσχάτων, τότε σημείωνε εμφατικά ο Σουλτάνος. Έτσι και η μετά σου θέλετε απολέσει συν τη ζωή τα υπάρχοντα, οι δε άλλοι κάτοικοι αιχμάλωτοι τέντες θέλουσι διασπαρεί εν πάση τη γη. Ο αυτοκράτορας με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου, διεμήνυσε στον Σουλτάνο, ανάμεσα στα άλλα και τα εξής. Ως προς το να σου παραδώσω την πόλη, ούτε δική μου είναι, ούτε κανενός άλλου που κατοικεί σε αυτήν. Αποφασίσαμε από κοινού να πεθάνουμε με τη θέλησή μας. Η αδυναμία των Τούρκων, παρά τις εκτεταμένες καταστροφές που είχαν επιφέρει στα τείχη της πόλης, να επιτύχουν το αποφασιστικό χτύπημα εναντίον των πολιορκημένων. Η γενναία απάντηση του αυτοκράτορα αλλά και οι φήμες για την επικείμενη δήθεν άφιξη ισχυρής επικουρία από τη Δύση, είχαν αρνητικές επιπτώσεις στο ηθικό των πολιορκητών. Η δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο σουλτάνος φαίνεται από το κλίμα που επικράτησε στο Συμβούλιο στρατηγών και συμβούλων που συγκάλεσε στις 27 Μαΐου 1453 ο γηραιός Μέγας Βεζίρης Χαλίλ Πασάς.

Συμβούλευσε το Μωάμεθ να λύσει την πολιορκία και να επιστρέψει στην Αδριανούπολη. Αντίθετα, ο Γιάννος Πασάς και οι περισσότεροι στρατηγοί πρότειναν τη συνέχιση της πολιορκίας μέχρι να επιτύχουν την άλωση της Πόλης. Μετά από δισταγμούς ο Μωάμεθ δεύτερος συντάχτηκε με την άποψη της φιλοπόλεμη μερίδας. Καθόρισε την 29η Μαΐου ως ημέρα γενικής επιθέσεως και διέταξε να μεταδοθεί στο στράτευμα το διάγγελμα με υπόσχεση τριήμερης λεηλασίας. Στις 28 ο σουλτάνος επιθεώρησε τις δυνάμεις του για την επίθεση της επομένης, ενώ ο ήχος χιλιάδων τυμπάνων και οι αλαλαγμοί των δερβίσηδων δεν άφηναν αμφιβολίες για το τι θα συμβεί μέσα στις ώρες που θα ακολουθούσαν. Και ενώ αυτά συνέβαιναν στο στρατόπεδο των Τούρκων, ο αυτοκράτορας και οι συμπολεμιστές του προσπαθούσαν να επιδιορθώσουν τα τείχη, κυρίως στην περιοχή του Αγίου Ρωμανού, χρησιμοποιώντας λίθους, ξύλα, ακόμη και χόρτα αναμεμιγμένα με πηλό.

Στη συνέχεια ο Κωνσταντίνος συμμετείχε σε πάνδημη λιτανεία για την ενίσχυση του φρονήματος του λαού και των πολεμιστών, επικεφαλής της οποίας ήταν η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας. Μετά το τέλος της οποίας απευθύνθηκε στους υπερασπιστές του που απάντησαν με ένα στόμα αποθανόντων υπέρ της Χριστού πίστεως και της πατρίδος ημών. Από εκεί κατευθύνθηκε στην Αγία Σοφία, όπου μετά έλαβε των Αχράντων Μυστηρίων. Επόμενη στάση υπήρξε το ανάκτορο των Βλαχερνών, όπου αυτοκράτορας ζήτησε συγχώρηση από τους οικείους του, για να καταλήξει στη συνέχεια στα τείχη κοντά στους συμπολεμιστές του. Η επίθεση άρχισε τρεις τέσσερις ώρες πριν ξημερώσει η Τρίτη 29η Μαΐου 1453, οπότε η πόλη δέχθηκε επίθεση και από τις τρεις πλευρές.
Η έφοδος άρχισε με τα σώματα των ατάκτων, των βάσει μπουζουκιών. Αρκετοί από αυτούς ήταν Γερμανοί και Ούγγροι χριστιανοί, τυχοδιώκτες και πλιατσικολόγοι, οι οποίοι προσδοκούσαν κέρδη από τη λαφυραγώγηση. Ο Μωάμεθ επιδίωκε να καταπόνηση τους ολιγάριθμοι αμυνόμενους με τη χρήση αναλώσιμων χριστιανών, κρατώντας για την τελική επίθεση τα εγκυρότερα και γενικότερα ασιατικά τους στρατεύματα.

Στερέωσαν χιλιάδες κλίμακες στα εξωτερικά τείχη και οι περισσότεροι τολμηροί άρχισαν να ανεβαίνουν. Οι υπερασπιστές όμως έριχναν τις σκάλες, εκτόξευαν τα βέλη τους, πυροδοτούσαν τα σκέτα τους, ενώ δεν παρέλειπε να αδειάζουν πάνω στα κεφάλια των επιτιθεμένων μεγάλες ποσότητες λίθων. Οι μεγάλες απώλειες που είχαν οι άτακτοι και η σκληρή αντίσταση που συνάντησαν τους έκαναν να σκέπτονται την υποχώρηση. Όσοι όμως αποπειράθηκαν να αποσυρθούν, συνάντησαν μπροστά τους Τσαουσίδης, που τους περίμεναν με ρόπαλα, έτοιμοι να τους συνετίσουν και να τους επαναφέρουν στη μάχη. Έτσι η μάχη παρατάθηκε για μια δυο ώρες ακόμη, πριν οι άτακτοι εξαναγκαστούν να υποχωρήσουν μετά από διαταγή του ίδιου του σουλτάνου. Αυτή τη φορά οι αμυνόμενοι προς στιγμή νόμισαν πως η επίθεση απέτυχε και έτσι θα μπορούσαν να ξεκουραστούν έστω για λίγο. Ήταν εξαντλημένη από την πολυήμερη πολιορκία και τη συνεχή και σκληρή εργασία. Γρήγορα όμως, και ενώ δεν είχε ακόμη ξημερώσει, αντιλήφθηκαν να εφορμούν προς το λόφο της πύλης του Αγίου Ρωμανού, μονάδες Τούρκων του τακτικού στρατού, οι οποίοι και πάλι προσπάθησαν να τοποθετήσουν κλίμακες στο εξωτερικό τείχος, τις οποίες όμως οι υπερασπιστές έσπρωξαν προς τα κάτω.

Όσοι από τους Τούρκους βρίσκονταν στη βάση του τείχους δέχονταν βροχή λίθων ποικίλων σχημάτων και μεγεθών, ώστε, όπως αναφέρει ο Jacobs στο ημερολόγιό του, σκοτώθηκαν περισσότεροι Τούρκοι από όσους θα μπορούσε κανείς να πιστέψει. Την ίδια περίπου στιγμή, μία βολή πυροβόλου κατέστρεψε μέρος του Πρόχειρου πρώτου σχίσματος και του εξωτερικού τείχους υπό την κάλυψη της σκόνης και του μαύρου καπνού από την ανάφλεξη της πυρίτιδας. 300 περίπου Τούρκοι αποφασισμένοι να νικήσουν ή να πεθάνουν για τον Προφήτη, κατόρθωσαν να εισέλθουν στο παρατυπιών, αλλά αποκρούστηκαν. Βλέποντας και αυτοί την έφοδο των στρατευμάτων του να αποτυγχάνει, ο Μωάμεθ αποφάσισε να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνάμεις του, ακόμη και τη σωματοφυλακή και τις εφεδρείες του, σε μία αποφασιστική επίθεση στην περιοχή που αμύνονταν ο αυτοκράτορας και ο Ιουστινιάνης. Η νέα επίθεση άρχισε με την Αυγή. Ο ίδιος ο σουλτάνος τέθηκε επικεφαλής των 12 χιλιάδων γενιτσάρων του, τους οποίους οδήγησε μέχρι την τάφρο. Τα βλήματα έπεφταν σαν βροχή, επισημαίνει ο Χαριτόπουλος στην ιστορία του, προκαλώντας σύγχυση στους αμυνόμενους. Αυτή τη σύγχυση προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν οι γενίτσαροι για να καταλάβουν το εξωτερικό τείχος εξαπίνης. Ο Ιουστινιάνης και το μικρό σώμα των υπερασπιστών που τον περιβάλλει, υποδέχτηκαν τους επιτιθέμενους με λόγχες, πελέκεις, ακόντια, ξίφη. Η μάχη σε σύντομο διάστημα μετατράπηκε σε σύγκρουση σώμα με σώμα. Την ίδια στιγμή, βορειότερα της πύλης της Αδριανούπολης, κοντά στο ανάκτορο του Πορφυρογέννητου, όπου το τείχος γίνονταν ουσιαστικά μόνο και χωρίς τάφρο, μια μικρή πύλη, σχεδόν υπόγεια, η οποία συνέδεε την πόλη με τον περίβολο του τείχους, είχε μείνει στη διάρκεια της επίθεσης αφύλακτη.

Ήταν η Κερκόπορτα. Από αυτή μπήκε ένας μικρός αριθμός γενιτσάρων στο χώρο ανάμεσα στα δύο τείχη που επιτέθηκαν από τα νώτα στους υπερασπιστές του εξωτερικού τείχους και τους αιφνιδίασαν. Σύντομα ο αριθμός τους αυξήθηκε και οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν και προς την πύλη της Αδριανούπολης. Τα αυτοκρατορικά και βενετικά λάβαρα που βρίσκονταν στους προμαχώνες αντικαταστάθηκαν από τουρκικά. Οι λίγοι Τούρκοι όμως που είχαν εισέλθει από εκείνο το σημείο στην πόλη και κατευθύνονταν προς το παλάτι των Βλαχερνών, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από το στρατιωτικό σώμα των αδελφών μου και Rapture, οι οποίοι κατάφεραν να ανακτήσουν τον έλεγχο της περιβόλου. Ο αυτοκράτορας μόλις πληροφορήθηκε το παραπάνω γεγονός ήταν έτοιμος να σπεύσει προς τα εκεί για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Όταν τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης, το γεγονός αυτό και στη συνέχεια η αποχώρησή του από το πεδίο της μάχης, παρά τις εκκλήσεις του Κωνσταντίνου να παραμείνει, δημιούργησε, σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές, αναστάτωση στους αμυνόμενους στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, ενώ δεν ήταν λίγοι οι Γενουάτες συμπολεμιστές του Ιουστινιάνη, οι οποίοι βρήκαν την ευκαιρία μόλις άνοιξε η μικρή πύλη που συνέδεε την περίβολο με την πόλη, να διαφύγουν μαζί του προς το λιμάνι. Η άμυνα χαλάρωσε, πράγμα που το αντιλήφθηκε ο Μωάμεθ, ο οποίος αμέσως διέταξε μαζική επίθεση στα κατεστραμμένα τείχη. Η κατάσταση χειροτέρευσε όταν κάποιοι βλέποντας τα τουρκικά λάβαρα να ανεμίζουν στην πύλη της Αδριανούπολης, άρχισαν να φωνάζουν Η Πόλις εάλω, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Η κραυγή όμως αποθάρρυνε τους πιο πολλούς υπερασπιστές, οι οποίοι πλέον κατά δεκάδες προσπαθούσαν να διαφύγουν προς την πόλη από την πύλη που είχε αφήσει ανοικτή κατά την αποχώρησή του ο Ιουστινιάνης.

Ο περίβολος κατακλύστηκε από χιλιάδες Τούρκους. Στις 8 το πρωί της 29ης Μαΐου η περιοχή της πύλης του Αγίου Ρωμανού, όπου μαχόταν ο αυτοκράτορας, δέχθηκε επίθεση από τα νώτα. 

         

Όταν αντιλήφθηκε πως ήταν περικυκλωμένος από τους Τούρκους, ακούστηκε να λέγει.
Ουκ έστι τις των χριστιανών λαβείν την κεφαλήν εμού. Λίγο μετά έπεφτε νεκρός. Άγνωστος ανάμεσα στις εκατοντάδες των πεσόντων.
Ο Κωνσταντίνος Δραγάτσης, ο έβδομος των Παλαιολόγων, ο έσχατος των Ελλήνων αυτοκρατόρων, ο υπερασπιστής της πόλης του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Η κραυγή ότι η πόλη είχε χαθεί αντήχησε στους δρόμους. Κατά μήκος του τμήματος των χερσαίων τειχών, νότια του Λύκου, οι χριστιανοί είχαν αποκρούσει όλες τις τουρκικές επιθέσεις,
αλλά τώρα το ένα σύνταγμα μετά το άλλο έμπαιναν μέσα από τα ανοίγματα του φράχτη και απλώνονταν και προς τις δύο πλευρές για να ανοίξουν όλες τις πύλες.

Οι στρατιώτες επάνω στα τείχη βρέθηκαν περικυκλωμένοι και πολλοί σκοτώθηκαν ή συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

Ο σουλτάνος διατήρησε τον έλεγχο μερικών συνταγμάτων για να του χρησιμεύσουν ως συνοδεία, αλλά τα περισσότερα στρατεύματά του ήδη διψούσαν να αρχίσουν τη λεηλασία.


Ιδιαίτερα οι ναύτες, καθώς φοβούνταν ότι οι στρατιώτες θα τους προλάβαιναν, ελπίζοντας ότι το φράγμα θα εμπόδιζε τα χριστιανικά πλοία να ξεφύγουν από τον Κεράτιο.

Εγκατέλειψαν τα πλοία τους για να βγουν στη στεριά. Η απληστία τους έσωσε πολλές χριστιανικές ζωές. Όταν διαπίστωσε ότι η πόλη είχε πέσει.
Ο Βενετός Αλεβίζος Ντιέγκο, ως διοικητής του στόλου, έπλευσε με μια μικρή βάρκα στο Πέραν. Τα βενετικά του πλοία, υποσχέθηκε ότι θα συμμορφώνονταν με οποιαδήποτε απόφαση έπαιρνε, οπότε μετά που είχε κλειδώσει τις πύλες του πέραν. Ο Ντιέγκο, μαζί με τον οποίο ήταν ο χρονογράφος Carlos, δεν μπορούσε να επιστρέψει στα πλοία του, αλλά οι Γενοβέζοι ναύτες των πλοίων που είχαν αγκυροβολήσει κάτω από τα τείχη του Πέραν έκαναν γνωστή την πρόθεσή τους να αποπλεύσουν και επιθυμούσαν να έχουν την υποστήριξη των Βενετών. Μετά από επιμονή τους επιτράπηκε στο άτομο να φύγει με το πλοιάριο του. Εκείνος πήγε κατευθείαν στο φράγμα που ήταν ακόμη κλειστό και δύο ναύτες του έκοψαν με τσεκούρια τα λουριά που το συγκρατούσαν. Εκείνο παρασύρθηκε από τους πλωτήρες του. Έτσι ότι απέπλευσε και επτά Γενοβέζοι πλοία έπλευσαν πίσω του. Λίγο αργότερα συνενώθηκαν μαζί τους. Τα περισσότερα βενετικά πολεμικά πλοία, τέσσερις ή πέντε από τις γαλέρες του αυτοκράτορα και ένα ίδιο Γενοβέζοι Δέκα πολεμικά πλοία. Αφού πέρασε το φράγμα, ολόκληρος στολίσκος παρέμεινε για περίπου μία ώρα στην είσοδο του Βοσπόρου για να δει εάν θα ξέφευγαν άλλα πλοία. Έπειτα εκμεταλλεύτηκαν τον ισχυρό βοριά που φυσούσε για να διαπλεύσουν την Προποντίδα και μέσω των Δαρδανελίων προς την ελευθερία. Ο Ντιέγκο κατάφερε να φτάσει στη Βενετία, όπου υπήρχε και το παλάτι της οικογένειας του. Ο τάφος του βρίσκεται στην εκκλησία των Αγίων Ιωάννη και Παύλου. Οι Γενοβέζοι και η Γαλέρα στην οποία είχε μεταφερθεί ο τραυματισμένος Ιουστινιάνης, ήταν μία από εκείνες που κατόρθωσαν να διαφύγουν από τον Κεράτιο.

                        

Ο Ιουστινιάνης αποβιβάστηκε στη Χίο και πέθανε εκεί μία ή δύο ημέρες αργότερα. Στη βιασύνη τους για λαφυραγώγηση, οι Οθωμανοί ναύτες είχαν εγκαταλείψει τόσα πολλά από τα πλοία τους, ώστε ο Τούρκος ναύαρχος ήταν ανίσχυρος να σταματήσει τη φυγή του στόλου του.

Με όσα πλοία του ήταν ακόμα επανδρωμένα, έπλευσε μέσα από το σπασμένο φράγμα στον Κεράτιο. Εκεί στο λιμάνι παγίδευσε τα πλοία που είχαν παραμείνει. Άλλες τέσσερις, πέντε αυτοκρατορικές γαλέρες, δύο η τρεις Γενοβέζοι και γαλέρες και άοπλα βενετικά εμπορικά πλοία.

Οι Κρητικοί ναύτες τους τρεις πύργους κοντά στην είσοδο του Κεράτιου εξακολουθούσαν να αντιστέκονται. Νωρίς το απόγευμα όμως παραδόθηκαν, υπό τον όρο ότι η ζωή και η περιουσία θα παρέμεναν άθικτες. Τα δύο πλοία τους ήταν αραγμένα κάτω από τους πύργους.

Ανενόχλητοι από τους Τούρκους, των οποίων είχαν κερδίσει τον θαυμασμό. Τα καθελκύστηκε και απέπλευσαν για την Κρήτη.

Ο σουλτάνος Μωάμεθ είχε υποσχεθεί στους στρατιώτες του τις τρεις ημέρες της λαφυραγώγηση στις οποίες είχαν δικαίωμα.

Εκείνοι ξεχύθηκαν μέσα στην πόλη.
Στην αρχή δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η άμυνα είχε τελειώσει.

Έσφαζαν όποιον συναντούσαν στους δρόμους άνδρες, γυναίκες και παιδιά αδιάκριτα.

Το αίμα έτρεχε σε ποτάμια, αλλά σύντομα η δίψα για αίμα κατευναστεί. Αντιλήφθηκαν ότι οι αιχμάλωτοι και τα πολύτιμα αντικείμενα θα τους προσδιόριζαν μεγαλύτερο κέρδος.

Από τους στρατιώτες που πέρασαν μέσα από το φράχτη ή από την Κερκόπορτα, πολλοί στράφηκαν να λεηλατήσουν το αυτοκρατορικό παλάτι στις Βλαχερνών.

Άλλοι κατευθύνθηκαν στις μικρές αλλά υπέροχες εκκλησίες κοντά στα τείχη.

Τον Άγιο Γεώργιο κοντά στη Χρυσή Πύλη, τον Άγιο Ιωάννη στην Πέτρα και τη χαριτωμένη εκκλησία της Μονής του Σωτήρα στη Χώρα.

Για να τις απογυμνώσει από τα άφθονα καλύμματα τους, τα άμφια και ό, τι άλλο ήταν δυνατόν να αφαιρεθεί από αυτές.

 

        

 

 

Στη χώρα άφησαν απείραχτα τα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες, αλλά κατέστρεψαν την εικόνα της Θεομήτορος της Οδηγήτριας, της χειρότερης εικόνας σε όλο το Βυζάντιο, την οποία, όπως έλεγαν οι άνθρωποι, είχε ζωγραφίσει ο ίδιος ο Άγιος Λουκάς.
Οι ναύτες από τα πλοία στον Κεράτιο είχαν ήδη εισέλθει από την πλατιά πύλη και άδειαζαν τις αποθήκες κατά μήκος των τειχών. Άλλοι ανέβηκαν στο λόφο για να συνενωθούν με τους στρατιώτες από τα χερσαία τείχη.

Στην απογύμνωση της τριπλής εκκλησίας του Παντοκράτορα και των μοναστικών κτισμάτων που ήταν προσαρτημένα σε αυτό.

 

 

 

 

 

 

 

 

Έπειτα οι ναύτες και από τους δύο στόλους και τα πρώτα στίφη στρατιωτών από τα χερσαία τείχη συνέκλιναν στη μεγαλύτερη εκκλησία του Βυζαντίου, τη μητρόπολη της Αγίας Σοφίας. 

Η εκκλησία εξακολουθούσε να είναι γεμάτη με κόσμο, με τους θορύβους της φασαρίας απ έξω. Οι τεράστιες μπρούτζινες πόρτες του κτιρίου έκλεισαν.
Μέσα το εκκλησίασμα προσευχόταν για το θαύμα που μόνο αυτό μπορούσε να τους σώσει. 

Όμως το θαύμα δεν έγινε και οι πόρτες παραβιάστηκαν. Μερικοί από τους γέρους και τους ανήμπορους σκοτώθηκαν επί τόπου, αλλά οι περισσότεροι άλλοι συνδέθηκαν μαζί.
Πολλές από τις ωραιότερες κοπέλες και νέους σχεδόν κατασπάραξαν, καθώς οι δεσμώτες τους τσακώνονταν γι αυτούς.

Σύντομα μια μακριά πομπή χαιρόταν προς τους καταυλισμούς των στρατιωτών.
Όποιος κατέρρεε από αδυναμία, σφάζονταν μαζί μ έναν αριθμό παιδιών που θεωρήθηκε ότι δεν είχαν αξία. Ο ίδιος ο Σουλτάνος μπήκε στην πόλη αργά το απόγευμα συνοδευόμενος από τους γενίτσαρους της φρουράς του.

Προχώρησε αργά μέσα από τους δρόμους προς την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μπροστά από τις πόρτες της, αφού έπεσε και έσκυψε να πάρει μια χούφτα χώμα, το οποίο έχυσε επάνω από το σαρίκι του.

Με την περιοδεία του Σουλτάνου μέσα από την πόλη, η τάξη αποκαταστάθηκε.
Ο στρατός του είχε κορεστεί από λάφυρα και η στρατονομία του μερίμνησε ώστε οι άνδρες να επιστρέψουν στους καταυλισμούς τους.

Μεταξύ των Ελλήνων αιχμαλώτων ανακάλυψε το Λουκά Νοταρά, το Μέγα Δούκα, καθώς και περίπου εννέα άλλους υπουργούς του αυτοκράτορα. Τους απελευθέρωσε ο ίδιος. Πολλοί όμως από τους άλλους αξιωματούχους του Κωνσταντίνου, μεταξύ των οποίων και ο Φραντζής, δεν αναγνωρίστηκαν και παρέμειναν στην αιχμαλωσία. Η καλοσύνη που είχε δείξει ο Μωάμεθ στους επιζώντες υπουργούς του αυτοκράτορα είχε μικρή διάρκεια. Η γενναιοδωρία του πάντοτε ελαττώνεται όταν από καχυποψία και κάποιοι σύμβουλοι τον προειδοποίησαν να μην εμπιστεύεται τον Μέγα Δούκα.

Κάποιες μέρες αργότερα τον αποκεφάλισε μαζί με το γιο του και το ίδιο έκανε με άλλους εννέα Έλληνες ευγενείς που στάλθηκαν στο ικρίωμα. Οι γυναίκες τους περιέπεσαν στην αιχμαλωσία και αποτέλεσαν τμήμα της μακράς πομπής των αιχμαλώτων που συνόδευσε την αυλή κατά την επιστροφή της στις 21 Ιουνίου στην Αδριανούπολη. Η χήρα του Νοταρά πέθανε καθ οδόν στο χωριό Μεσσήνη. Ο Φραντζής ήταν σκλάβος επί 18 μήνες.

Τον επικεφαλής των αλόγων του σουλτάνου, προτού κατορθώσει να απελευθερώσει τον εαυτό του και τη γυναίκα του. Ο Μωάμεθ γνώριζε καλά τις δυσκολίες της Εκκλησίας και τώρα μπορούσε να ενημερωθεί πλήρως για τις λεπτομέρειες. Έμαθε ότι ο ενωτικός Πατριάρχης, ο Γρηγόριος Παλαμάς, είχε φύγει από την Πόλη το 1451 και έπρεπε να εκλεγεί ένας νέος Πατριάρχης. Όταν έπεσε η πόλη, ο Γεώργιος Σχολάριος βρισκόταν στο κελί του στο μοναστήρι του Παντοκράτορα. Όταν ο Σουλτάνος έστειλε να φέρουν ενώπιον του το Γεώργιο, δεν μπορούσαν να τον βρουν. Τελικά ανακάλυψαν ότι τον είχε αγοράσει ένας πλούσιος Τούρκος της Αδριανούπολης. Μετά από κάποιες συζητήσεις ο Γεώργιος Σχολάριος πείστηκε να αποδεχθεί το πατριαρχικό αξίωμα. Όσοι επίσκοποι μπόρεσαν να βρεθούν, συγκεντρώθηκαν για να αποτελέσουν την Ιερά Σύνοδο και κατ απαίτηση του Σουλτάνου εξέλεξαν επίσημα τον Γεώργιο στον πατριαρχικό θρόνο υπό το μοναστικό του όνομα Γεννάδιος. Μετά από διαμονή κάποιων μηνών στο ναό των Αγίων Αποστόλων, που στη συνέχεια μετατράπηκε σε τζαμί, ο Γεννάδιος ζήτησε την άδεια να μεταφέρει την έδρα του. Αφού συγκέντρωσε όλους τους θησαυρούς και τα λείψανα που είχαν διασωθεί στην εκκλησία. Τα μετέφερε στη συνοικία του Φαναρίου, στην εκκλησία της γυναικείας Μονής της Παμμακάριστος. Η Παμμακάριστος παρέμεινε η έδρα του Πατριαρχείου για περισσότερο από έναν αιώνα. Όπως και να έχει το πράγμα, δεν πρέπει να μας διαφεύγει αυτό που περιγράφει ο Στίβεν Ράνσιμαν για τον Μωάμεθ. Ο οποίος καθώς περνούσε μέσα από τους δρόμους είχε συγκινηθεί μέχρι δακρύων. Τι πόλη παραδώσαμε στη λεηλασία και στην καταστροφή; Μουρμούρισε.

* Μετάφραση και επιμέλεια από το :

National Geographic | 1453, η Άλωση της Πόλης (youtube.com)

Το οπτικοακουστικό μέρος από το ειδικό αφιέρωμα στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Περιλαμβάνεται σε μια συλλεκτική έκδοση 160 σελίδων με την υπογραφή του National Geographic!
Με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας άρχισε η κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι Φράγκοι δεν περιορίστηκαν στην κατάληψη της Πόλης, αλλά διέπραξαν και απίστευτες λεηλασίες και σφαγές. Μάλιστα, η έκτασή τους ήταν τέτοια, που οκτακόσια και πλέον χρόνια αργότερα ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ αναγκάστηκε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τους ορθοδόξους στη διάρκεια επίσημης επίσκεψής του στην Ελλάδα.
Μολονότι αργότερα οι Έλληνες επανέκτησαν την Πόλη, η παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα το 1430 να περιλαμβάνει μόνο την Κωνσταντινούπολη με τα περίχωρά της και το Δεσποτάτο του Μορέως. Οι προσπάθειες του Ιωάννη Παλαιολόγου για βοήθεια από τη Δύση μέσω της ένωσης των Εκκλησιών δημιούργησαν τρομερές διενέξεις μεταξύ των ενωτικών και των ανθενωτικών. Οι προσπάθειες του επόμενου αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, να εξασφαλίσει τη βοήθεια του πάπα, όπως όριζαν οι αποφάσεις της Συνόδου της Φλωρεντίας, συνάντησαν την πιο σκληρή αντίδραση των ανθενωτικών, οι οποίοι δήλωναν απροκάλυπτα πως προτιμούσαν να δουν στο μέσο της οδού τούρκικο φακιόλι παρά λατινική καλύπτρα.
Την ίδια εποχή αναρριχήθηκε στον οθωμανικό θρόνο ο αδιάλλακτος Μωάμεθ Β΄, που διαδέχτηκε το μετριοπαθή πατέρα του, Μουράτ Β΄. Πρωταρχικός στόχος του νέου σουλτάνου ήταν να κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη. Το κατάφερε έπειτα από πολιορκία 55 ημερών. Η Άλωση της Πόλης έγινε την Τρίτη 29 Μαΐου 1453.
Στο οπτικοακουστικό λεύκωμα "1453: Η άλωση της Πόλης" καταγράφεται σε μορφή τόσο βιβλίου όσο και ντοκιμαντέρ όλο το τραγικό κεφάλαιο της ιστορίας που κλείνει με την πτώση της Βασιλεύουσας. Με την ποιότητα που χαρακτηρίζει το National Geographic κατανοούμε πλήρως τα συμβάντα που δεν είναι τόσο γνωστά όσο θα έπρεπε.
(από το εκδοτικό σημείωμα του Ν. Μάργαρη)
 


Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.