Ήρθε πάλι η Μεγάλη ‘βδομάδα, με την Παρασκευή της, που το δράμα του Χριστού κορυφώνεται. Το σκηνικό συμπληρώνεται με τις καμπάνες, τις ψαλμωδίες, τα λιβάνια, το “Ὦ γλυκὺ μου ἔαρ”· τις ευωδιές της άνοιξης που δεν μπορεί πιά να κρυφτεί. Η άνοιξη μας έρχεται και πάλι, πάνω στο ανθισμένο της άρμα, και περιμένουμε με τα μάτια της ψυχής τον Χριστό να ανέβει στους ουρανούς και την Περσεφόνη να ξεφύγει από τον Άδη, όπως κάθε χρόνο.

Μια γλυκειά θλίψη πλανιέται. Οπτασίες αγαπημένων προσώπων που μας άφησαν χρόνους, περνάν’ διακριτικά από τις σκιές. Θυμάμαι την γιαγιά μου, τη συχωρεμένη την κυρά Κατίνα, που κάθε Μεγάλη Παρασκευή, μικρό παιδί, με έπαιρνε και με γύριζε στους επιτάφιους της περιοχής, για να δούμε ποιός είναι ο πιό καλοφτιαγμένος˙ κάτι σαν καλλιστεία επιταφίων δηλαδή. Να κάπου εκεί και ο φίλος του πατέρα μου ο “θείος” Κώστας ο “Αιγυπτιώτης”˙ γλυκός άνθρωπος, μοναχικός, λιγομίλητος. Άνοιξη πέθανε κι` αυτός.

Από παληά, την Μεγάλη Βδομάδα η μελαγχολία με κατακλύζει και διαβάζω Καβάφη.

Έτσι και ‘φέτος, όπως συνήθως…

Αυτές τις μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,

για τ`άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,

πράγματα συμπαθητικά δικά μας, γραικικά.”

και ένοιωσα εθνική υπερηφάνεια καθώς μου φάνηκε πως άκουσα την φωνή του Κολοκοτρώνη να δίνει διαταγές με την τραχειά αρβανίτικη προφορά του.

Μα όχι για πολύ, γιατί η επόμενη στροφή με προσγείωσε:

Διάβαζα και τα πένθιμα για το χαμό της Πόλης,

Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη”

Αλήθεια, ποτέ πριν δεν το ‘χα σκεφτεί· γιατί δηλαδή οι συμπατριώτες μου, σ`όλη την επικράτεια, θυμούνται πάντα χρόνο με το χρόνο πότε οι Οθωμανοί πάτησαν την Βασιλεύουσα και το μνημονεύουν, αλλά ποτέ κανείς δεν μιλάει για την Θεσσαλονίκη, αν και οι δύο συμφορές, Ὰνοιξη πέφτουν (Θεσσαλονίκη : 29 Μαρτίου 1430). Την απάντηση την δίνει ο ίδιος λίγο παρακάτω:

Όμως απ`τ`άλλα πιό πολύ με άγγιξε το άσμα

το Τραπεζούντιον, με την παράξενή του γλώσσα

και με τη λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων

που ίσως όλο πίστευαν πως θα σωθούμε ακόμη.”

Η πτώση της Θεσσαλονίκης σημαίνει το τέλος των φαντασιώσεων· την συνειδητοποίηση ότι όλα τέλειωσαν. Η υπέρμαχος στρατηγός εγκατέλειψε το λαό της. Η πτώση της αυτοκρατορίας έρχεται. Η Κωνσταντινούπολη, όταν πατιέται, πέφτει σαν φρούτο σαπισμένο· το αναπόφευκτο έχει γραφτεί 23 χρόνια πριν. Γι`αυτό η πτώση της Σαλονίκης πονάει πολύ. Καλύτερα να μην μιλάμε γι`αυτήν.

Σίτ` αναγνώθ` σίτ` ανακλαίγ` σίτ΄ ανακρούγ` την κάρδιαν.

Ν` αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Ρωμανία πάρθεν.”

Η Ρωμανία! Όταν ήμουνα μικρός, στην γειτονιά που μεγάλωσα, λεγόμαστε Ρωμηοί, και το γένος Ρωμηοσύνη, με ήτα. Το κράτος, ήταν το Ρωμαίικο. Έλληνες έβρισκες στα βιβλία με τους μύθους και τα ηρωικά κατορθώματα του απώτερου παρελθόντος. Ανάμεσά μας περπατούσανε ακόμη άνθρωποι της γενιάς του πατέρα μου, όπως εκείνος ο φίλος του ο κύριος Γιώργος (με ένα επίθετο που τέλειωνε σε -ίδης) που μας έλεγε ιστορίες για το πως τον πήραν από το χωριό του οι Τούρκοι “για αναγκαστική εργασία” και πως ξεπετσωνόντουσαν τα πόδια του ίδιου και των συντρόφων του πάνω στις πέτρες, σε μιά ατέλειωτη πορεία· “-Και γιατί δεν βάζατε τα παπούτσια σας;” πήγα να ρωτήσω μιά μέρα, κι` έφαγα μιά ξανάστροφη απ’ τον πατέρα μου, που είδα τον ουρανό με τ` άστρα…

Είχε και ο πατέρας μου ιστορίες από τη Μικρά Ασία, ιστορίες για το Σαγγάριο, το Εσκί-Σεχήρ, την Κιουτάχεια, το Αφιόν-Καραχισάρ· για τότε που κατέβαινε με τους συντρόφους του το λόφο σαν εφεδρεία και που λίγο προτού φτάσουν για να υποστηρίξουν το μέτωπο, το είδαν να σπάζει˙ την ατέλειωτη φυγή˙ πως κλέβανε κόττες από τα αγροτόσπιτα για να μπορέσουν να κορέσουν την πείνα τους και τους Τσέτες που τους έστηναν καρτέρι μέσα απ’ τα καλαμπόκια. Έλεγε και μια ιστορία για τη Σμύρνη και τους καπνούς που βλέπανε από μακρυά… Δύσκολα πράγματα, ακατανόητα, που σου ξέσκιζαν την καρδιά.

Η Ρωμανία πάρθεν για μια ακόμη φορά το καλοκαίρι εκείνο και εκείνη τη φορά πάρθεν για τα καλά. Πάρθεν απ` τα μυαλά και πήρε τις καρδιές και τις ξερίζωσε.

Κι’ από τότε, σιγά-σιγά, βασανιστικά, χρόνο με το χρόνο, μέρα την ημέρα γινόμαστε όλο και λιγότερο Ρωμηοί, όλο και περισσότερο “Έλληνες”. Μέχρι που στο τέλος οι Ρωμηοί μείνανε θαμμένοι σε κάποιες ιστορίες του Ψαθά· και ο Δημήτριος, ο Αριστοτέλης και ο Αλέξανδρος βγήκαν από τα βιβλία. Τώρα τους λένε Τάκη, Τέλη, Αλέξη και περπατάνε ανάμεσά μας.

Μόνο που τώρα πιά, δεν ξέρουμε ποιοί είμαστε. Την ταυτότητά μας την χάσαμε κάπου στα χωράφια της Μικρασίας:

-Γραικοί δεν είμαστε, έτσι μας λένε οι άλλοι, οι ξένοι. Ντροπιαστικό, αφού έτσι μας είπαν οι Ρωμαίοι. Κι’ ας ήταν που από ‘κείνη την φυλή, τους Γραικούς, βγήκαν οι προ-προπάτορες του Αχιλλέα. Είναι κι` αυτός ο Κολοκοτρώνης που τό ‘λεγε βαριά, σαν βρισιά. Μας θίγει.

-Ρωμηοί δεν θέλουμε να το ακούμε, πονάει. Καλού-κακού το κάναμε Ρωμιοί μήπως και κάποιος πιτσιρικάς κάνει το συνειρμό και ψάξει στο Γκούγκλ κι’ αρχίσει να ρωτάει· ας έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο.

-Έλληνες βέβαια! μα οι γιαγιάδες μας δεν μας φοβίζανε με την Άτη, δεν μας λέγανε παραμύθια με τον Ηρακλή και τον Οδυσσέα. Δεν έχουμε ναούς για τον Δία και την Αθηνά, ο Αχιλλέας είναι ένα πρόσωπο χαμένο μέσα στην αχλή του μύθου. Όμως, όπως μας λέει η Αρβελέρ, κολακευόμαστε να λέμε ότι είμαστε Έλληνες:

«Γιατί οι αρχαίοι Ελληνες και η δημοκρατία τους είναι αναγνωρισμένοι από την οικουμένη όλη. Ενώ το Βυζάντιο θεωρείται σκοταδιστικό και ιδιαιτέρως όταν το συγκρίνεις με την αρχαία Ελλάδα. Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι το Βυζάντιο ήταν όλο έριδες, καβγάδες και δολοπλοκίες. Εσκοτώθηκα με τον Καστοριάδη πολλές φορές γιατί ο Καστοριάδης, που έπαιζε τους αρχαίους στα δάχτυλα, δεν ήξερε τίποτα από Βυζάντιο. Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ έγραφε ότι η παγκόσμια Ιστορία αρχίζει από τότε που το ελληνικό πνεύμα εξύπνησε. Πώς να μη νιώθεις υπέροχα να λες ότι είσαι απόγονος αυτών που έφεραν τη σοφία και τον πολιτισμό στον κόσμο;».

Ήταν και κάποιοι άλλοι βέβαια, που το να είναι Έλληνες τους τρόμαζε! Έγραψε ο Γιάννης Καμπύσης:

Το βάρος των προγόνων μου είνε πολύ πολύ μεγάλο. Τ’ όνομά τους και μόνο με πλακόνει, σα βουνό, σαν τον Όλυμπο! Δεν είμαι ελέφτερος καθόλου κι’ είμαι καταδικασμένος να είμαι αιώνια σκλάβος τους. Να κάμω τίποτα δε μπορώ, γιατί είμαι απόγονος του Ευριπίδη. Η Ακρόπολη λάμπει κι’ ο Παρθενώνας ατίμητο πετράδι της γιγάντιας αυτής κορώνας της ανθρωπότητας και των αιώνων, με θαμπόνει και με σκεπάζει! Ούτε να περπατήσω δε μπορώ και μονάχα κλαίω… κλαίω, γιατί είμαι ο ανάξιος απόγονος των μεγάλων προγόνων!”.

Άσε που Έλληνες και χριστιανοί μαζί δεν γίνεται, είναι λίγο σχιζοφρενικό. Οι Έλληνες μεταλλάχθηκαν σε χριστιανούς με το σπαθί των αυτοκρατόρων και με τη βοήθεια των Τριών Ιεραρχών που προσπάθησαν να στρογγυλέψουν τις γωνίες. Έ, αυτό είναι ευκολάκι, μας λένε οι αριστερίζοντες, οι μοντέρνοι και οι μεταμοντέρνοι: Ο Χριστιανισμός και οι άλλες θρησκείες δεν υπάρχουν πιά˙ ο θεός έχει πεθάνει˙ το πρόβλεψε ο Ντοστογιέφσκυ, το διέγνωσε ο Νίτσε, τον αντικατέστησε ο Μαρξ με τη θεωρία του και τον “αποδόμησε” ο Ντεριντά! – Ναι καλά! Και τί θα πω εγώ στα εγγόνια μου όταν με ρωτήσουν γιατί ψήνουμε αρνί το Πάσχα; και ποιός είναι αυτός ο Αγιοβασίλης που τους φέρνει παιχνίδια τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς;

“Το όχημα της εθνικής ταυτότητος είναι η γλώσσα·” μας λέει ο κύριος καθηγητής, “διότι η γλώσσα φέρει το αποτύπωμα των ηθών και εθίμων, της θρησκείας και όλων των ιδιαιτεροτήτων ενός λαού και της ιστορίας του”! Μάλιστα! Σαν να λέμε ότι δεν μας χρειάζεται το αυτοκίνητο, φτάνει που έχουμε το αποτύπωμα του ελαστικού του στη λάσπη! Μωρέ που τους βρήκαμε όλους αυτούς τους καθηγητές και τους διανοούμενους! Οι περισσότεροι ψάχνουν να βρουν την πιό τρελή ατάκα, να κάνουν εντύπωση με κάτι απίστευτο, επιθετικό, παράδοξο ή ακαταλαβίστικο! Όλα γίνονται ανούσια για λίγη, τοσοδούλα μόνο τηλεοπτική προβολή και φευγαλέα δημοσιότητα.

Δεν έχουμε πνευματική ηγεσία, θα πει ο άλλος! Και όμως, έχουμε! Μόνο που αυτοί δεν βγαίνουνε στις τηλεοράσεις και στα ραδιόφωνα˙ δεν το ‘χουν ανάγκη˙ με τους πολιτικούς δεν έχουνε φιλίες. Για να τους βρει κανείς, πρέπει να τους διαβάσει και αυτός ο λαός δεν διαβάζει. Ότι μαθαίνει το παίρνει από ευκολοχώνευτες και εντυπωσιακές πηγές. Από κανάλια της TV, από Blog και site της συμφοράς, από το facebook, το Tweeter και το Tik-Tok. Όσο πιό συνωμοτικά κι’ ανώνυμα τόσο το καλύτερο. Η παιδεία καταστράφηκε από κουτοπόνηρους πολιτικούς και την καταστροφή καλοδέχτηκαν οκνηροί υπήκοοι.

Κι’ ας μας είχε προειδοποιήσει ο Italo Calvino :

Μια Χώρα που καταστρέφει το σχολειό της, ποτέ δεν το κάνει μόνο για τα χρήματα, πως τάχα λείπουν τα μέσα, ή οι δαπάνες είναι αβάσταχτες. Μια Χώρα που γκρεμίζει την διδασκαλία, ήδη κυβερνιέται από εκείνους που η διασπορά της γνώσης και μόνο τους πανικοβάλλει”

(Un Paese che disstrugge la sua scuola, non lo fa mai solo per soldi, perché le risorse mancano, o i costi sono eccessivi. Un Paese che demolisce l’istruzione è già governato da quelli que dalla diffusione del sapere hanno solo da temere).

Το ερώτημα που πλανιέται, από την αρχή του πονήματος αυτού, λοιπόν, είναι γιατί προτιμήσαμε το Έλληνες από το Ρωμηοί; είναι πράγματι ο πόνος της Μικρασιατικής Καταστροφής, η καυχησιά για τους αρχαίους προγόνους ή ίσως η συνήθεια; Αν δεν απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα πως θα μπορέσουμε να συμπήξουμε μια κοινή εθνική ταυτότητα, μια ταυτότητα που να μην είναι σχιζοφρενική, που να μας ενώνει, μια ταυτότητα διαμορφωμένη με στόχο τη διαχείριση και αναπαραγωγή εθνικών συμβόλων, τη διατήρηση πολιτισμικών χαρακτηριστικών, (όπως παιδεία, τέχνη και γλώσσα) καθώς και προτύπων συμπεριφοράς (ήθη, συνήθειες), τη θρησκεία και τις παραδόσεις, και εντέλει τον προσδιορισμό του περιεχομένου της εθνικής πολιτικής.

Χρόνια πριν, βρέθηκα σε ένα τραπέζι με Ιταλούς φίλους. Ένας από αυτούς, πλοίαρχος του Πολεμικού τους Ναυτικού τότε, αναφερόμενος στους φιλοσόφους Σωκράτη και Πλάτωνα, τους ονομάτισε “I nostri antennati”! Οι πρόγονοί μας;;; στραβά το κατάπια αυτό. Δεν είπα τίποτα για να μην χαλάσω την βραδυά και την ενδιαφέρουσα συζήτηση. Αλλά όταν ξάπλωσα το βράδυ για να κοιμηθώ, προσπάθησα να το διαχειριστώ. Εκεί αναδύθηκε η σκέψη, ΝΑΙ, ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ; Αφού εγώ πιστεύω πως είμαι Ρωμηός, γιατί αυτοί να μην θεωρούν τους αρχαίους Έλληνες προγόνους τους; Όταν οι Ρωμαίοι οικειοποιήθηκαν την τέχνη, τους θεούς, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, τα ήθη και τα έθιμά τους, γιατί να μην τους θεωρούν πρόγονούς τους; Αφού τους υπολογισμούς τους οι αρχιτέκτονες και οι αστρονόμοι τους έκαναν με ελληνικούς άβακες; Το καράβι που ναυάγησε έξω από τα Αντικύθηρα, μετέφερε την προίκα μιας Ρωμαίας αρχόντισσας. Ανάμεσα στα προικιά, βρισκόταν και ο υπολογιστής των Αντικυθήρων. Την εποχή εκείνη βλέπετε, τα προϊόντα από την Ελλάδα θεωρούνταν ανώτερης ποιότητος. Πιό μοντέρνα, καλλίτερα στην κατασκευή, πιό εκλεπτυσμένα, καλύτερου γούστου. Κατάλληλα για μια αρχόντισσα, και μόνο μια αρχόντισσα μπορούσε να διαθέσει τα χρήματα!

Γιατί λοιπόν και ‘γώ να μην πω, πως ο Σενέκας, ο Κικέρων, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Ευσέβιος από την Μύνδο κι’ο Πλήνιος, ο Βιτρούβιος και ο Ερμόδωρος από την Σαλαμίνα, είναι πρόγονοί μου; Γιατί να πιστέψω ότι οι Έλληνες χάθηκαν κάπου στην Ελληνιστική περίοδο και εμφανίστηκαν πάλι από το πουθενά το 1821;

Γιατί να ξεχάσω τον Πλήθωνα, τον Χρυσολωρά και τον Ψελλό της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (έτσι την έλεγαν οι κάτοικοί της, όχι Βυζάντιο); Γιατί να ξεχάσω τους τρεις Ιεράρχες; Γιατί να ξεχάσω τους μηχανικούς και φυσικούς της εποχής, τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις και τον Ισίδωρο από τη Μίλητο; Γιατί να ξεχάσω τον φιλόσοφο, μηχανικό και αστρονόμο Αμμώνιο; Τον αρχιτέκτονα Καλλίνικο;

Ακόμη και κάτω από το σκοτάδι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εμφανίστηκαν φωτεινά μυαλά που διέπρεψαν, όπως ο Φαναριώτης νομικός Δημήτριος Καταρτζής και ο Κερκυραίος κληρικός Ευγένιος Βούλγαρης, που δίδαξε φιλοσοφία και μαθηματικά. Τα ξαδέλφια και γεωγράφοι Γρηγόριος Κωνσταντάς και Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Κοζανίτης γιατρός Μιχαήλ Περδικάρης.

Γιατί να αφήσω τον τεράστιο τούτον πνευματικό πλούτο σε άλλους; και σε ποιόν μα την αλήθεια; γιατί να ξεχάσω ότι ο προ-προ-προ-πρόγονός μου ήταν Γενοβέζος πειρατής; Ρωμηός λοιπόν νοιώθω στην καρδιά και χριστιανός από νοοτροπία˙ Έλληνας από συνήθεια.

Καλή Ανάσταση λοιπόν, στους Ρωμηούς, στους Έλληνες αλλά και σ’ όλους τους άλλους˙ ακόμη και στους «άθεους»! Γιατί μια Ανάσταση, όλοι οι άνθρωποι την χρειάζονται! 

Δημήτρης Κατελούζος

Μεγάλη Παρασκευή, 14 Απριλίου 2023 

Σχετικά:

1. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελερ: «Ο Θεός της Ελλάδας δεν βαρέθηκε την Ελλάδα. Iσως βαρέθηκε τους Eλληνες». Συνέντευξη στον Θανάση Λάλλα, ΒΗΜΑΓΚΑΖΙΝΟ, 14 Μαϊου 2018.

2. Γιάννης Καμπύσης: “Ανάξιος απόγονος των μεγάλων προγόνων”, επιστολή προς τον φιλόλογο Karl Dieterich, 2/14 Μαϊου 1897.

3. Ποίημα “Πάρθεν”, Κωνσταντίνος Καβάφης, από την συλλογή “Ατελών Ποιημάτων”:

Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»

*Ο Δημήτριος Κατελούζος είναι Αντιπτέραρχος ε.α. 


Βίας ο Πριηνεύς: Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.

Θαλής o Μιλήσιος: Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.

Κλεόβουλος ο Λίνδιος: Το μέτρο είναι άριστο.

Περίανδρος ο Κορίνθιος: Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.

Πιττακός ο Μυτιληναίος: Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.

Σωκράτης: Εν οίδα ότι ουδέν οίδα. Ουδείς εκών κακός.

Θουκυδίδης: Δύο τα εναντιότατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.

Πλάτων: Άγνοια, η ρίζα και ο μίσχος όλου του κακού. 

Αριστοτέλης: Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων.